Ancient Greek-English Dictionary Language

συγκλάω

α-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: συγκλάω συγκλάσω

Structure: συγ (Prefix) + κλά (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to break off, to be cramped

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγκλῶ συγκλᾷς συγκλᾷ
Dual συγκλᾶτον συγκλᾶτον
Plural συγκλῶμεν συγκλᾶτε συγκλῶσιν*
SubjunctiveSingular συγκλῶ συγκλῇς συγκλῇ
Dual συγκλῆτον συγκλῆτον
Plural συγκλῶμεν συγκλῆτε συγκλῶσιν*
OptativeSingular συγκλῷμι συγκλῷς συγκλῷ
Dual συγκλῷτον συγκλῴτην
Plural συγκλῷμεν συγκλῷτε συγκλῷεν
ImperativeSingular συγκλᾶ συγκλᾱ́τω
Dual συγκλᾶτον συγκλᾱ́των
Plural συγκλᾶτε συγκλώντων, συγκλᾱ́τωσαν
Infinitive συγκλᾶν
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκλων συγκλωντος συγκλωσα συγκλωσης συγκλων συγκλωντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγκλῶμαι συγκλᾷ συγκλᾶται
Dual συγκλᾶσθον συγκλᾶσθον
Plural συγκλώμεθα συγκλᾶσθε συγκλῶνται
SubjunctiveSingular συγκλῶμαι συγκλῇ συγκλῆται
Dual συγκλῆσθον συγκλῆσθον
Plural συγκλώμεθα συγκλῆσθε συγκλῶνται
OptativeSingular συγκλῴμην συγκλῷο συγκλῷτο
Dual συγκλῷσθον συγκλῴσθην
Plural συγκλῴμεθα συγκλῷσθε συγκλῷντο
ImperativeSingular συγκλῶ συγκλᾱ́σθω
Dual συγκλᾶσθον συγκλᾱ́σθων
Plural συγκλᾶσθε συγκλᾱ́σθων, συγκλᾱ́σθωσαν
Infinitive συγκλᾶσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκλωμενος συγκλωμενου συγκλωμενη συγκλωμενης συγκλωμενον συγκλωμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION