Ancient Greek-English Dictionary Language

στορέννυμι

-νυμι athematic Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: στορέννυμι

Structure: στορέννυ (Stem) + μι (Ending)

Etym.: 어근은 STOR.

Sense

  1. to spread, to make
  2. to spread, strew
  3. to spread smooth, level, to calm, soothe
  4. to level, lay low
  5. to pave
  6. to strew or spread with, to be ready furnished

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στορέννυμι στόρεννυς στορέννυσιν*
Dual στορέννυτον στορέννυτον
Plural στορέννυμεν στορέννυτε στορεννύᾱσιν*
SubjunctiveSingular στορεννύω στορεννύῃς στορεννύῃ
Dual στορεννύητον στορεννύητον
Plural στορεννύωμεν στορεννύητε στορεννύωσιν*
OptativeSingular στορεννύοιμι στορεννύοις στορεννύοι
Dual στορεννύοιτον στορεννυοίτην
Plural στορεννύοιμεν στορεννύοιτε στορεννύοιεν
ImperativeSingular στόρεννυ στορεννύτω
Dual στορέννυτον στορεννύτων
Plural στορέννυτε στορεννύντων
Infinitive στορεννύναι
Participle MasculineFeminineNeuter
στορεννῡς στορεννυντος στορεννῡσα στορεννῡσης στορεννυν στορεννυντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στορέννυμαι στορέννυσαι στορέννυται
Dual στορέννυσθον στορέννυσθον
Plural στορεννύμεθα στορέννυσθε στορέννυνται
SubjunctiveSingular στορεννύωμαι στορεννύῃ στορεννύηται
Dual στορεννύησθον στορεννύησθον
Plural στορεννυώμεθα στορεννύησθε στορεννύωνται
OptativeSingular στορεννυοίμην στορεννύοιο στορεννύοιτο
Dual στορεννύοισθον στορεννυοίσθην
Plural στορεννυοίμεθα στορεννύοισθε στορεννύοιντο
ImperativeSingular στορέννυσο στορεννύσθω
Dual στορέννυσθον στορεννύσθων
Plural στορέννυσθε στορεννύσθων
Infinitive στορέννυσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
στορεννυμενος στορεννυμενου στορεννυμενη στορεννυμενης στορεννυμενον στορεννυμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to spread

  2. to spread

  3. to spread smooth

  4. to level

  5. to strew or spread with

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION