Ancient Greek-English Dictionary Language

στονόεις

First/Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: στονόεις στονόεσσα στονόεν

Structure: στονοεντ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: sto/nos

Sense

  1. causing groans or sighs
  2. mournful, sad, wretched

Examples

  • μὴ διεροῖσ στονόεντοσ ἐπ’ Εὐρώταο ῥεέθροισ νηχομένην ἐκάλυψεν ὑποβρυχίην σε γαλήνη; (Colluthus, Rape of Helen, book 1181)
  • δεύτερον αὖ θώρηκα περὶ στήθεσσιν ἔδυνε καλὸν χρύσειον πολυδαίδαλον, ὅν οἱ ἔδωκε Παλλὰσ Ἀθηναίη, κούρη Διόσ, ὁππότ’ ἔμελλε τὸ πρῶτον στονόεντασ ἐφορμήσεσθαι ἀέθλουσ. (Hesiod, Shield of Heracles, Book Sh. 11:2)
  • οἷσιν Ἄρηοσ ἔργ’ ἔμελεν στονόεντα καὶ ὕβριεσ· (Hesiod, Works and Days, Book WD 19:2)
  • ὣσ ἄρ’ ἐπ’ ἀλλήλοισ ἱέσαν βέλεα στονόεντα. (Hesiod, Theogony, Book Th. 65:9)
  • ἥβην δ’ Ἀλκμήνησ καλλισφύρου ἄλκιμοσ υἱόσ, ἲσ Ἡρακλῆοσ, τελέσασ στονόεντασ ἀέθλουσ, παῖδα Διὸσ μεγάλοιο καὶ Ἥρησ χρυσοπεδίλου, αἰδοίην θέτ’ ἄκοιτιν ἐν Οὐλύμπῳ νιφόεντι, ὄλβιοσ, ὃσ μέγα ἔργον ἐν ἀθανάτοισιν ἀνύσσασ ναίει ἀπήμαντοσ καὶ ἀγήραοσ ἤματα πάντα. (Hesiod, Theogony, Book Th. 100:1)

Synonyms

  1. causing groans or sighs

  2. mournful

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION