헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σταλάσσω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σταλάσσω

형태분석: σταλάσς (어간) + ω (인칭어미)

어원: Akin to sta/zw.

  1. 떨어뜨리다, 뚝뚝 떨어뜨리다, 조금씩 흐르다, 흐르다
  1. to let drop
  2. to drop, drip, to drop

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σταλάσσω

σταλάσσεις

σταλάσσει

쌍수 σταλάσσετον

σταλάσσετον

복수 σταλάσσομεν

σταλάσσετε

σταλάσσουσιν*

접속법단수 σταλάσσω

σταλάσσῃς

σταλάσσῃ

쌍수 σταλάσσητον

σταλάσσητον

복수 σταλάσσωμεν

σταλάσσητε

σταλάσσωσιν*

기원법단수 σταλάσσοιμι

σταλάσσοις

σταλάσσοι

쌍수 σταλάσσοιτον

σταλασσοίτην

복수 σταλάσσοιμεν

σταλάσσοιτε

σταλάσσοιεν

명령법단수 στάλασσε

σταλασσέτω

쌍수 σταλάσσετον

σταλασσέτων

복수 σταλάσσετε

σταλασσόντων, σταλασσέτωσαν

부정사 σταλάσσειν

분사 남성여성중성
σταλασσων

σταλασσοντος

σταλασσουσα

σταλασσουσης

σταλασσον

σταλασσοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σταλάσσομαι

σταλάσσει, σταλάσσῃ

σταλάσσεται

쌍수 σταλάσσεσθον

σταλάσσεσθον

복수 σταλασσόμεθα

σταλάσσεσθε

σταλάσσονται

접속법단수 σταλάσσωμαι

σταλάσσῃ

σταλάσσηται

쌍수 σταλάσσησθον

σταλάσσησθον

복수 σταλασσώμεθα

σταλάσσησθε

σταλάσσωνται

기원법단수 σταλασσοίμην

σταλάσσοιο

σταλάσσοιτο

쌍수 σταλάσσοισθον

σταλασσοίσθην

복수 σταλασσοίμεθα

σταλάσσοισθε

σταλάσσοιντο

명령법단수 σταλάσσου

σταλασσέσθω

쌍수 σταλάσσεσθον

σταλασσέσθων

복수 σταλάσσεσθε

σταλασσέσθων, σταλασσέσθωσαν

부정사 σταλάσσεσθαι

분사 남성여성중성
σταλασσομενος

σταλασσομενου

σταλασσομενη

σταλασσομενης

σταλασσομενον

σταλασσομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to let drop

  2. 떨어뜨리다

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION