- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

θυμοειδής?

3군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: thymoeidēs 고전 발음: [튀모에데:] 신약 발음: [튀모이데]

기본형: θυμοειδής θυμοειδές

형태분석: θυμοειδη (어간) + ς (어미)

어원: εἶδος

  1. 용감한, 용맹한, 남자다운
  1. high-spirited, courageous
  2. hot-tempered, restive

곡용 정보

3군 변화
남/여성 중성
단수주격 θυμοειδής

용감한 (이)가

θυμόειδες

용감한 (것)가

속격 θυμοειδούς

용감한 (이)의

θυμοείδους

용감한 (것)의

여격 θυμοειδεί

용감한 (이)에게

θυμοείδει

용감한 (것)에게

대격 θυμοειδή

용감한 (이)를

θυμόειδες

용감한 (것)를

호격 θυμοειδές

용감한 (이)야

θυμόειδες

용감한 (것)야

쌍수주/대/호 θυμοειδεί

용감한 (이)들이

θυμοείδει

용감한 (것)들이

속/여 θυμοειδοίν

용감한 (이)들의

θυμοείδοιν

용감한 (것)들의

복수주격 θυμοειδείς

용감한 (이)들이

θυμοείδη

용감한 (것)들이

속격 θυμοειδών

용감한 (이)들의

θυμοείδων

용감한 (것)들의

여격 θυμοειδέσι(ν)

용감한 (이)들에게

θυμοείδεσι(ν)

용감한 (것)들에게

대격 θυμοειδείς

용감한 (이)들을

θυμοείδη

용감한 (것)들을

호격 θυμοειδείς

용감한 (이)들아

θυμοείδη

용감한 (것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἆρ οὐχ ὁ μὲν τὸ σῶμα πρῶτον πολὺς καὶ τὸ χρῶμα ἡδύς, οὐ μέλας δὲ οὐδὲ λευκὸς - τὸ μὲν γὰρ γυναικί, τὸ δὲ δούλῳ προσέοικεν - ἔπειτα θυμοειδής, δεινὸν βλέπων ὁποῖον ἡμεῖς, μέγα καὶ ὕφαιμον· (Lucian, De parasito sive artem esse parasiticam, (no name) 41:2)

    (루키아노스, De parasito sive artem esse parasiticam, (no name) 41:2)

  • δέδια τοίνυν μὴ τοῦ σαλπιγκτοῦ ἐποτρύνοντος καταπεσὼν ἔγωγε συμπατηθῶ ἐν τῇ τύρβῃ ὑπὸ τοσαύταις ὁπλαῖς, ἢ καὶ θυμοειδὴς ὢν ὁ ἵππος ἐξενέγκῃ με τὸν χαλινὸν ἐνδακὼν ἐς μέσους τοὺς πολεμίους, ἢ δεήσει καταδεθῆναί με πρὸς τὸ ἐφίππιον, εἰ μέλλω μενεῖν τε ἄνω καὶ ἕξεσθαι τοῦ χαλινοῦ. (Lucian, 52:3)

    (루키아노스, 52:3)

  • μάχιμον κύων καὶ θυμοειδές, ἀλλ ἄνθρωπον φυλάττει: (Plutarch, De fortuna, chapter, section 3 10:2)

    (플루타르코스, De fortuna, chapter, section 3 10:2)

  • ὁ δὲ Αἰμίλιος ὕπατος ἀποδειχθεὶς ἐστράτευσεν ἐπὶ τοὺς παραλπίους Λίγυας, οὓς ἔνιοι καί Λιγυστίνους ὀνομάζουσι, μάχιμον καί θυμοειδὲς ἔθνος, ἐμπείρως δὲ πολεμεῖν διδασκόμενον ὑπὸ Ῥωμαίων διὰ τὴν γειτνίασιν. (Plutarch, Aemilius Paulus, chapter 6 1:1)

    (플루타르코스, Aemilius Paulus, chapter 6 1:1)

  • ἔτι δ εἰ τὴν ψυχὴν αὐτὴν κατὰ φύσιν διαιροῖς, πρῶτον αὐτῆς καὶ ἀμαυρότατόν ἐστι τὸ θρεπτικὸν δεύτερον δὲ τὸ αἰσθητικὸν, εἶτα τὸ ἐπιθυμητικὸν εἶτ ἐπὶ τούτῳ τὸ θυμοειδές: (Plutarch, De E apud Delphos, section 1311)

    (플루타르코스, De E apud Delphos, section 1311)

  • ἀνὴρ θυμοειδὴς καὶ φιλοκίνδυνος, ἔκπαλαι πρὸς τὴν μάχην σπαργῶν καὶ βαρυνόμενος τὰς πολλὰς ἀναβολὰς καὶ μελλήσεις, τότε δὴ παντάπασι τὴν μετανάστασιν φυγὴν ἀποκαλῶν καὶ ἀπόδρασιν, οὐκ ἔφη λείψειν τὴν τάξιν, ἀλλ αὐτόθι μένων μετὰ τῶν ἑαυτοῦ λοχιτῶν ὑποστήσεσθαι Μαρδόνιον. (Plutarch, , chapter 17 2:1)

    (플루타르코스, , chapter 17 2:1)

  • τὸν δὲ Φιλώταν ὑποικουρῶν δι αὐτῆς ὅλον ἐφώρασε, καὶ πλέον ἢ ἑπτὰ ἐτῶν διαγενομένων, οὐκ ἐν οἴνῳ ποτὲ τὴν ὑπόνοιαν ταύτην ἐξέφηνεν ὁ μεθύων, οὐ δἰ ὀργὴν ὁ θυμοειδής, οὐ πρὸς φίλον ὁ πάντα πιστεύων Ἡφαιστίωνι καὶ πάντων μεταδιδούς. (Plutarch, De Alexandri magni fortuna aut virtute, chapter 2, section 7 6:2)

    (플루타르코스, De Alexandri magni fortuna aut virtute, chapter 2, section 7 6:2)

  • ἀλλὰ Κάσσιος, ἀνὴρ θυμοειδὴς καὶ μᾶλλον ἰδίᾳ μισοκαῖσαρ ἢ κοινῇ μισοτύραννος, ἐξέκαυσε καὶ κατήπειξε. (Plutarch, Brutus, chapter 8 3:1)

    (플루타르코스, Brutus, chapter 8 3:1)

유의어

  1. 용감한

  2. hot-tempered

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION