προσκοπή
1군 변화 명사; 여성
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
προσκοπή
형태분석:
προσκοπ
(어간)
+
η
(어미)
곡용 정보
1군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- ὁμοίωσ πάλιν ὅταν ἀμύνῃ μέν τισ πρὸ πάντων ἐν τοῖσ δεινοῖσ, ὑφίστηται δὲ καὶ μένῃ τὰσ ἐπιφορὰσ τῶν ἀλκιμωτάτων ζῴων, εἰκὸσ μὲν τὸν τοιοῦτον ὑπὸ τοῦ πλήθουσ ἐπισημασίασ τυγχάνειν εὐνοϊκῆσ καὶ προστατικῆσ, τὸν δὲ τἀναντία τούτῳ πράττοντα καταγνώσεωσ καὶ προσκοπῆσ. (Polybius, Histories, book 6, chapter 6 8:1)
(폴리비오스, Histories, book 6, chapter 6 8:1)
- ἐφ’ οἷσ μὲν φθόνου γενομένου καὶ προσκοπῆσ, ἐφ’ οἷσ δὲ μίσουσ ἐκκαιομένου καὶ δυσμενικῆσ ὀργῆσ, ἐγένετο μὲν ἐκ τῆσ βασιλείασ τυραννίσ, ἀρχὴ δὲ καταλύσεωσ ἐγεννᾶτο καὶ σύστασισ ἐπιβουλῆσ τοῖσ ἡγουμένοισ· (Polybius, Histories, book 6, chapter 7 8:1)
(폴리비오스, Histories, book 6, chapter 7 8:1)
- πάσχειν δὲ τοῦτο προφανῶσ τοὺσ ἀπροφασίστωσ ὁμολογοῦντασ μὲν πᾶν τὸ παραγγελλόμενον, ἀκουσίωσ δὲ τοῦτο πράττοντασ καὶ μετὰ προσκοπῆσ· (Polybius, Histories, book 24, chapter 12 3:2)
(폴리비오스, Histories, book 24, chapter 12 3:2)
- καλῶσ μὲν εἰδότεσ ὅτι συμβαίνει γεγράφθαι τὴν ἐπιστολὴν ὑπὸ τοῦ Λοκρητίου, βουλόμενοι δὲ τοὺσ πολλοὺσ διδάσκειν μηδὲν ἐξ ἑτοίμου ποιεῖν Ῥωμαίοισ, ἀλλ’ ἐν πᾶσι δυσχρηστεῖν καὶ διδόναι προσκοπῆσ καὶ δυσαρεστήσεωσ ἀφορμάσ. (Polybius, Histories, book 27, chapter 7 10:1)
(폴리비오스, Histories, book 27, chapter 7 10:1)
유의어
-
a looking out for
- ἀνάβλεψις (a looking up)
- ἐπισκοπία (a looking at)
- βλέπος (시야, 보기)
- σκοπιά (시계, 철야, 경비원)
- κυανῶπις (dark-looking)
- ἀντίβλεψις (시야, 보기, 봄)
- ἔμβλεμμα (a looking straight at)
- ἰδέᾱ (형태, 등장, 외모)
- εἶδος (등장, 외모, 출연)
- βλέμμα (시야, 보기, 봄)
- δέργμα (시야, 보기, 봄)
- ἀρρενωπία (a manly look manliness)
- ἐπίβλεψις (a looking at, gazing)