- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προεικάζω?

비축약 동사; 로마알파벳 전사: proeikazō 고전 발음: [로에도:] 신약 발음: [로이까조]

기본형: προεικάζω προεικάσω

형태분석: προ (접두사) + εἰκάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to conjecture beforehand

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προεικάζω

προεικάζεις

προεικάζει

쌍수 προεικάζετον

προεικάζετον

복수 προεικάζομεν

προεικάζετε

προεικάζουσι(ν)

접속법단수 προεικάζω

προεικάζῃς

προεικάζῃ

쌍수 προεικάζητον

προεικάζητον

복수 προεικάζωμεν

προεικάζητε

προεικάζωσι(ν)

기원법단수 προεικάζοιμι

προεικάζοις

προεικάζοι

쌍수 προεικάζοιτον

προεικαζοίτην

복수 προεικάζοιμεν

προεικάζοιτε

προεικάζοιεν

명령법단수 προείκαζε

προεικαζέτω

쌍수 προεικάζετον

προεικαζέτων

복수 προεικάζετε

προεικαζόντων, προεικαζέτωσαν

부정사 προεικάζειν

분사 남성여성중성
προεικαζων

προεικαζοντος

προεικαζουσα

προεικαζουσης

προεικαζον

προεικαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προεικάζομαι

προεικάζει, προεικάζῃ

προεικάζεται

쌍수 προεικάζεσθον

προεικάζεσθον

복수 προεικαζόμεθα

προεικάζεσθε

προεικάζονται

접속법단수 προεικάζωμαι

προεικάζῃ

προεικάζηται

쌍수 προεικάζησθον

προεικάζησθον

복수 προεικαζώμεθα

προεικάζησθε

προεικάζωνται

기원법단수 προεικαζοίμην

προεικάζοιο

προεικάζοιτο

쌍수 προεικάζοισθον

προεικαζοίσθην

복수 προεικαζοίμεθα

προεικάζοισθε

προεικάζοιντο

명령법단수 προεικάζου

προεικαζέσθω

쌍수 προεικάζεσθον

προεικαζέσθων

복수 προεικάζεσθε

προεικαζέσθων, προεικαζέσθωσαν

부정사 προεικάζεσθαι

분사 남성여성중성
προεικαζομενος

προεικαζομενου

προεικαζομενη

προεικαζομενης

προεικαζομενον

προεικαζομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to conjecture beforehand

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION