Ancient Greek-English Dictionary Language

περίμετρος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: περίμετρος περίμετρον

Structure: περιμετρ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: me/tron

Sense

  1. excessive, very large or very beautiful

Examples

  • εἰκάζουσι δέ τινεσ τὸ σχῆμα τῆσ περιμέτρου ταύτησ ἐντεταμένῳ Σκυθικῷ τόξῳ, τὴν μὲν νευρὰν ἐξομοιοῦντεσ τοῖσ δεξιοῖσ καλουμένοισ μέρεσι τοῦ Πόντου ταῦτα δ’ ἐστὶν ὁ παράπλουσ ὁ ἀπὸ τοῦ στόματοσ μέχρι τοῦ μυχοῦ τοῦ κατὰ Διοσκουριάδα· (Strabo, Geography, book 2, chapter 5 44:9)
  • οὔσησ δὲ τῆσ περιμέτρου σταδίων χιλίων ἑκατὸν ἣν ἡ σύμπασα ἐκπληροῖ νῆσοσ, τὰ καθ’ ἕκαστα οὕτωσ ἔχει· (Strabo, Geography, Book 13, chapter 2 4:3)
  • Οἱ δὲ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων ἐξ αὐτῆσ τῆσ περιμέτρου τεκμαίρονται τὰ μεγέθη τῶν προειρημένων. (Polybius, Histories, book 9, vi. res siciliae 1:1)
  • ποτὲ δὲ τὸ πλῆθοσ τῶν ἀνδρῶν τεκμαίρεσθαι, στοχαζομένουσ ἐξ αὐτῆσ τῆσ περιμέτρου τῶν στρατοπεδειῶν. (Polybius, Histories, book 9, vi. res siciliae 6:1)

Synonyms

  1. excessive

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION