ἐπεργάζομαι
비축약 동사;
이상동사
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
ἐπεργάζομαι
ἐπεργάσομαι
형태분석:
ἐπ
(접두사)
+
ἐργάζ
(어간)
+
ομαι
(인칭어미)
뜻
- to cultivate besides, encroach upon
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- οἷσ ὑπὸ τῆσ πόλεωσ τὸν ἅπαντα χρόνον προστέτακται τῶν μορίων ἐλαῶν ἐπιμελεῖσθαι, μήθ’ ὡσ ἐπεργαζόμενον πώποτε ζημιῶσαί <με> μήθ’ ὡσ ἀφανίσαντα εἰσ κίνδυνον καταστῆσαι, τοῦτον δ’ ὃσ οὔτε γεωργῶν ἐγγὺσ τυγχάνει οὔτ’ ἐπιμελητὴσ ᾑρημένοσ οὔθ’ ἡλικίαν ἔχων εἰδέναι περὶ τῶν τοιούτων, ἀπογράψαι με ἐκ γῆσ μορίαν ἀφανίζειν. (Lysias, Speeches, 37:1)
(리시아스, Speeches, 37:1)
파생어
- ἀπεργάζομαι (마무르다, , )
- διεργάζομαι (파괴하다, 죽이다, 파멸시키다)
- ἐνεργάζομαι (to make or produce in, to be placed in, to work for hire in)
- ἐξεργάζομαι (마무르다, 생성하다, 만들어내다)
- ἐπεξεργάζομαι (to effect besides, to slay over again)
- ἐργάζομαι (근무하다, 일하다, 애쓰다)
- κατεργάζομαι (수행하다, 이룩하다, 이루다)
- περιεργάζομαι (to take more pains than enough about, to waste one's labour on, that they had overdone it)
- προεργάζομαι (to do or work at beforehand, former deeds, won before)
- προσεργάζομαι (하다, 같이하다, 만들다)
- συνεργάζομαι (기여하다, 돕다, 도와주다)