Ancient Greek-English Dictionary Language

ἑλκτικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἑλκτικός ἑλκτική ἑλκτικόν

Structure: ἑλκτικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: e(/lkw

Sense

  1. fit for drawing, attractive

Examples

  • καὶ τοίνυν κατὰ μὲν τούτουσ αὕτη τὰ σώματα τῶν τε φυτῶν καὶ τῶν ζῳών συνίστησι δυνάμεισ τινὰσ ἔχουσα τὰσ μὲν ἑλκτικάσ θ’ ἅμα καὶ ὁμοιωτικὰσ τῶν οἰκείων, τὰσ δ’ ἀποκριτικὰσ τῶν ἀλλοτρίων, καὶ τεχνικῶσ ἅπαντα διαπλάττει τε γεννῶσα καὶ προνοεῖται τῶν γεννωμένων ἑτέραισ αὖθίσ τισι δυνάμεσι, στερκτικῇ μέν τινι καὶ προνοητικῇ τῶν ἐγγόνων, κοινωνικῇ δὲ καὶ φιλικῇ τῶν ὁμογενῶν. (Galen, On the Natural Faculties., , section 1210)
  • τάχα γὰρ ἂν αὕτη ποτὲ τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἐπισπάσαιτο πιστεύειν εἶναί τινασ ἐν ἑκάστῳ τῶν σωμάτων ἑλκτικὰσ τῶν οἰκείων ποιοτήτων δυνάμεισ. (Galen, On the Natural Faculties., , section 145)

Synonyms

  1. fit for drawing

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION