Ancient Greek-English Dictionary Language

διαλάμπω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: διαλάμπω διαλάμψω

Structure: δια (Prefix) + λάμπ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to shine through, to dawn

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διαλάμπω διαλάμπεις διαλάμπει
Dual διαλάμπετον διαλάμπετον
Plural διαλάμπομεν διαλάμπετε διαλάμπουσιν*
SubjunctiveSingular διαλάμπω διαλάμπῃς διαλάμπῃ
Dual διαλάμπητον διαλάμπητον
Plural διαλάμπωμεν διαλάμπητε διαλάμπωσιν*
OptativeSingular διαλάμποιμι διαλάμποις διαλάμποι
Dual διαλάμποιτον διαλαμποίτην
Plural διαλάμποιμεν διαλάμποιτε διαλάμποιεν
ImperativeSingular διαλάμπε διαλαμπέτω
Dual διαλάμπετον διαλαμπέτων
Plural διαλάμπετε διαλαμπόντων, διαλαμπέτωσαν
Infinitive διαλάμπειν
Participle MasculineFeminineNeuter
διαλαμπων διαλαμποντος διαλαμπουσα διαλαμπουσης διαλαμπον διαλαμποντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διαλάμπομαι διαλάμπει, διαλάμπῃ διαλάμπεται
Dual διαλάμπεσθον διαλάμπεσθον
Plural διαλαμπόμεθα διαλάμπεσθε διαλάμπονται
SubjunctiveSingular διαλάμπωμαι διαλάμπῃ διαλάμπηται
Dual διαλάμπησθον διαλάμπησθον
Plural διαλαμπώμεθα διαλάμπησθε διαλάμπωνται
OptativeSingular διαλαμποίμην διαλάμποιο διαλάμποιτο
Dual διαλάμποισθον διαλαμποίσθην
Plural διαλαμποίμεθα διαλάμποισθε διαλάμποιντο
ImperativeSingular διαλάμπου διαλαμπέσθω
Dual διαλάμπεσθον διαλαμπέσθων
Plural διαλάμπεσθε διαλαμπέσθων, διαλαμπέσθωσαν
Infinitive διαλάμπεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διαλαμπομενος διαλαμπομενου διαλαμπομενη διαλαμπομενης διαλαμπομενον διαλαμπομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to shine through

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION