헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

βοηλάτης

3군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: βοηλάτης βοηλάτες

형태분석: βοηλατη (어간) + ς (어미)

어원: bou=s, e)lau/nw

  1. one that drives away oxen, a cattle-lifter
  2. ox-driving

곡용 정보

3군 변화
남/여성 중성
단수주격 βοηλάτης

(이)가

βοήλατες

(것)가

속격 βοηλάτους

(이)의

βοηλάτους

(것)의

여격 βοηλάτει

(이)에게

βοηλάτει

(것)에게

대격 βοηλάτη

(이)를

βοήλατες

(것)를

호격 βοηλάτες

(이)야

βοήλατες

(것)야

쌍수주/대/호 βοηλάτει

(이)들이

βοηλάτει

(것)들이

속/여 βοηλάτοιν

(이)들의

βοηλάτοιν

(것)들의

복수주격 βοηλάτεις

(이)들이

βοηλάτη

(것)들이

속격 βοηλάτων

(이)들의

βοηλάτων

(것)들의

여격 βοηλάτεσιν*

(이)들에게

βοηλάτεσιν*

(것)들에게

대격 βοηλάτεις

(이)들을

βοηλάτη

(것)들을

호격 βοηλάτεις

(이)들아

βοηλάτη

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐπίβλημα δὲ τῶν ποικίλων Βαβυλώνιον ἐκ κληρονομίασ κτησάμενοσ εὐθὺσ ἀποδόσθαι, τῶν δὲ ἐπαύλεων αὐτοῦ μηδεμίαν εἶναι κεκονιαμένην, οὐδένα δὲ πώποτε πρίασθαι δοῦλον ὑπὲρ τὰσ χιλίασ δραχμὰσ καὶ πεντακοσίασ, ὡσ ἂν οὐ τρυφερῶν οὐδ’ ὡραίων, ἀλλ’ ἐργατικῶν καὶ στερεῶν, οἱο͂ν ἱπποκόμων καὶ βοηλατῶν, δεόμενοσ καὶ τούτουσ δὲ πρεσβυτέρουσ γενομένουσ ᾤετο δεῖν ἀποδίδοσθαι καὶ μὴ βόσκειν ἀχρήστουσ. (Plutarch, Marcus Cato, chapter 4 4:1)

    (플루타르코스, Marcus Cato, chapter 4 4:1)

  • ἦλθον δὲ οὐ χρημάτων ἔμποροσ οὐδὲ τῶν πρὸσ ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοπέδου σκευοφορῶν ἢ βοηλατῶν, οὐδὲ πρεσβείαν ἐπρέσβευον συμμαχικὴν ἤ τινα εὔφημον, τῶν ἀπὸ γλώττησ μόνον συνευχομένων, γυμνὸσ ἄτερ κόρυθόσ τε καὶ ἀσπίδοσ, οὐδ’ ἔχον ἔγχοσ, οὐ μὴν οὐδὲ ἄλλο ὅπλον οὐθέν. (Dio, Chrysostom, Orationes, 21:1)

    (디오, 크리소토모스, 연설, 21:1)

  • ὁ δὲ γενόμενοσ ἐν τῷ τόπῳ καὶ τοὺσ ἱμάντασ οὐκ ἔχων, τῆσ μὲν τῶν βοηλατῶν γνώμησ κατηλόγησεν συμβουλευόντων πέμπειν πρὸσ τὸν πατέρα κομιοῦντάσ τινασ τοὺσ ἱμάντασ, τὸν δὲ καιρὸν ἡγησάμενοσ μὴ δεῖν ἀπολλύναι περιμένοντα τοὺσ ἀποσταλησομένουσ ἐπενόησέν τι στρατηγικὸν καὶ τῆσ ἡλικίασ πρεσβύτερον. (Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae, Book 12 223:1)

    (플라비우스 요세푸스, Antiquitates Judaicae, Book 12 223:1)

유의어

  1. ox-driving

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION