헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀποκομπάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀποκομπάζω

형태분석: ἀπο (접두사) + κομπάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to break with a snap

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀποκομπάζω

ἀποκομπάζεις

ἀποκομπάζει

쌍수 ἀποκομπάζετον

ἀποκομπάζετον

복수 ἀποκομπάζομεν

ἀποκομπάζετε

ἀποκομπάζουσιν*

접속법단수 ἀποκομπάζω

ἀποκομπάζῃς

ἀποκομπάζῃ

쌍수 ἀποκομπάζητον

ἀποκομπάζητον

복수 ἀποκομπάζωμεν

ἀποκομπάζητε

ἀποκομπάζωσιν*

기원법단수 ἀποκομπάζοιμι

ἀποκομπάζοις

ἀποκομπάζοι

쌍수 ἀποκομπάζοιτον

ἀποκομπαζοίτην

복수 ἀποκομπάζοιμεν

ἀποκομπάζοιτε

ἀποκομπάζοιεν

명령법단수 ἀποκόμπαζε

ἀποκομπαζέτω

쌍수 ἀποκομπάζετον

ἀποκομπαζέτων

복수 ἀποκομπάζετε

ἀποκομπαζόντων, ἀποκομπαζέτωσαν

부정사 ἀποκομπάζειν

분사 남성여성중성
ἀποκομπαζων

ἀποκομπαζοντος

ἀποκομπαζουσα

ἀποκομπαζουσης

ἀποκομπαζον

ἀποκομπαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀποκομπάζομαι

ἀποκομπάζει, ἀποκομπάζῃ

ἀποκομπάζεται

쌍수 ἀποκομπάζεσθον

ἀποκομπάζεσθον

복수 ἀποκομπαζόμεθα

ἀποκομπάζεσθε

ἀποκομπάζονται

접속법단수 ἀποκομπάζωμαι

ἀποκομπάζῃ

ἀποκομπάζηται

쌍수 ἀποκομπάζησθον

ἀποκομπάζησθον

복수 ἀποκομπαζώμεθα

ἀποκομπάζησθε

ἀποκομπάζωνται

기원법단수 ἀποκομπαζοίμην

ἀποκομπάζοιο

ἀποκομπάζοιτο

쌍수 ἀποκομπάζοισθον

ἀποκομπαζοίσθην

복수 ἀποκομπαζοίμεθα

ἀποκομπάζοισθε

ἀποκομπάζοιντο

명령법단수 ἀποκομπάζου

ἀποκομπαζέσθω

쌍수 ἀποκομπάζεσθον

ἀποκομπαζέσθων

복수 ἀποκομπάζεσθε

ἀποκομπαζέσθων, ἀποκομπαζέσθωσαν

부정사 ἀποκομπάζεσθαι

분사 남성여성중성
ἀποκομπαζομενος

ἀποκομπαζομενου

ἀποκομπαζομενη

ἀποκομπαζομενης

ἀποκομπαζομενον

ἀποκομπαζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to break with a snap

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION