Ancient Greek-English Dictionary Language

σχηματίζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: σχηματίζω

Structure: σχηματίζ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: from sxh=ma

Sense

  1. to assume a, form, figure, posture or position, to gesticulate, dance figures, they assume
  2. to demean oneself, make a show of, he made as if, they pretend
  3. to give, form to, to form, fashion, to arrange one's, to be fashioned, to deck out, dress up, embellish, to gesticulate

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular σχηματίζω σχηματίζεις σχηματίζει
Dual σχηματίζετον σχηματίζετον
Plural σχηματίζομεν σχηματίζετε σχηματίζουσιν*
SubjunctiveSingular σχηματίζω σχηματίζῃς σχηματίζῃ
Dual σχηματίζητον σχηματίζητον
Plural σχηματίζωμεν σχηματίζητε σχηματίζωσιν*
OptativeSingular σχηματίζοιμι σχηματίζοις σχηματίζοι
Dual σχηματίζοιτον σχηματιζοίτην
Plural σχηματίζοιμεν σχηματίζοιτε σχηματίζοιεν
ImperativeSingular σχημάτιζε σχηματιζέτω
Dual σχηματίζετον σχηματιζέτων
Plural σχηματίζετε σχηματιζόντων, σχηματιζέτωσαν
Infinitive σχηματίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
σχηματιζων σχηματιζοντος σχηματιζουσα σχηματιζουσης σχηματιζον σχηματιζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular σχηματίζομαι σχηματίζει, σχηματίζῃ σχηματίζεται
Dual σχηματίζεσθον σχηματίζεσθον
Plural σχηματιζόμεθα σχηματίζεσθε σχηματίζονται
SubjunctiveSingular σχηματίζωμαι σχηματίζῃ σχηματίζηται
Dual σχηματίζησθον σχηματίζησθον
Plural σχηματιζώμεθα σχηματίζησθε σχηματίζωνται
OptativeSingular σχηματιζοίμην σχηματίζοιο σχηματίζοιτο
Dual σχηματίζοισθον σχηματιζοίσθην
Plural σχηματιζοίμεθα σχηματίζοισθε σχηματίζοιντο
ImperativeSingular σχηματίζου σχηματιζέσθω
Dual σχηματίζεσθον σχηματιζέσθων
Plural σχηματίζεσθε σχηματιζέσθων, σχηματιζέσθωσαν
Infinitive σχηματίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
σχηματιζομενος σχηματιζομενου σχηματιζομενη σχηματιζομενης σχηματιζομενον σχηματιζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION