헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

χρησμολογέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: χρησμολογέω

형태분석: χρησμολογέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from xrhsmolo/gos

  1. to utter oracles, divine

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 χρησμολόγω

χρησμολόγεις

χρησμολόγει

쌍수 χρησμολόγειτον

χρησμολόγειτον

복수 χρησμολόγουμεν

χρησμολόγειτε

χρησμολόγουσιν*

접속법단수 χρησμολόγω

χρησμολόγῃς

χρησμολόγῃ

쌍수 χρησμολόγητον

χρησμολόγητον

복수 χρησμολόγωμεν

χρησμολόγητε

χρησμολόγωσιν*

기원법단수 χρησμολόγοιμι

χρησμολόγοις

χρησμολόγοι

쌍수 χρησμολόγοιτον

χρησμολογοίτην

복수 χρησμολόγοιμεν

χρησμολόγοιτε

χρησμολόγοιεν

명령법단수 χρησμολο͂γει

χρησμολογεῖτω

쌍수 χρησμολόγειτον

χρησμολογεῖτων

복수 χρησμολόγειτε

χρησμολογοῦντων, χρησμολογεῖτωσαν

부정사 χρησμολόγειν

분사 남성여성중성
χρησμολογων

χρησμολογουντος

χρησμολογουσα

χρησμολογουσης

χρησμολογουν

χρησμολογουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 χρησμολόγουμαι

χρησμολόγει, χρησμολόγῃ

χρησμολόγειται

쌍수 χρησμολόγεισθον

χρησμολόγεισθον

복수 χρησμολογοῦμεθα

χρησμολόγεισθε

χρησμολόγουνται

접속법단수 χρησμολόγωμαι

χρησμολόγῃ

χρησμολόγηται

쌍수 χρησμολόγησθον

χρησμολόγησθον

복수 χρησμολογώμεθα

χρησμολόγησθε

χρησμολόγωνται

기원법단수 χρησμολογοίμην

χρησμολόγοιο

χρησμολόγοιτο

쌍수 χρησμολόγοισθον

χρησμολογοίσθην

복수 χρησμολογοίμεθα

χρησμολόγοισθε

χρησμολόγοιντο

명령법단수 χρησμολόγου

χρησμολογεῖσθω

쌍수 χρησμολόγεισθον

χρησμολογεῖσθων

복수 χρησμολόγεισθε

χρησμολογεῖσθων, χρησμολογεῖσθωσαν

부정사 χρησμολόγεισθαι

분사 남성여성중성
χρησμολογουμενος

χρησμολογουμενου

χρησμολογουμενη

χρησμολογουμενης

χρησμολογουμενον

χρησμολογουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to utter oracles

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION