Ancient Greek-English Dictionary Language

ὑποτελής

Third declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ὑποτελής ὑποτελές

Structure: ὑποτελη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: te/los IV

Sense

  1. subject to pay taxes, taxable, tributary
  2. receiving as payment

Examples

  • Νεανίσκοι τινὲσ θρασεῖσ Δαβαριττηνοὶ γένοσ ἐπιτηρήσαντεσ τὴν Πτολεμαίου γυναῖκα τοῦ βασιλέωσ ἐπιτρόπου μετὰ πολλῆσ παρασκευῆσ καί τινων ἱππέων ἀσφαλείασ χάριν ἑπομένων διὰ τοῦ μεγάλου πεδίου τὴν πορείαν ποιουμένην ἐκ τῆσ τοῖσ βασιλεῦσιν ὑποτελοῦσ χώρασ εἰσ τὴν Ῥωμαίων ἐπικράτειαν, ἐπιπίπτουσιν αὐτοῖσ ἄφνω. (Flavius Josephus, 152:1)
  • τῆσ δ’ Ἀρχελάου χώρασ ὑποτελοῦσ προσνεμηθείσησ τῇ Σύρων πέμπεται Κυρίνιοσ ὑπὸ Καίσαροσ ἀνὴρ ὑπατικὸσ ἀποτιμησόμενόσ τε τὰ ἐν Συρίᾳ καὶ τὸν Ἀρχελάου ἀποδωσόμενοσ οἶκον. (Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae, Book 17 429:1)

Synonyms

  1. receiving as payment

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION