Ancient Greek-English Dictionary Language

ὑποπρίω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: ὑποπρίω

Structure: ὑπο (Prefix) + πρί (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to gnash, secretly

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑποπρίω ὑποπρίεις ὑποπρίει
Dual ὑποπρίετον ὑποπρίετον
Plural ὑποπρίομεν ὑποπρίετε ὑποπρίουσιν*
SubjunctiveSingular ὑποπρίω ὑποπρίῃς ὑποπρίῃ
Dual ὑποπρίητον ὑποπρίητον
Plural ὑποπρίωμεν ὑποπρίητε ὑποπρίωσιν*
OptativeSingular ὑποπρίοιμι ὑποπρίοις ὑποπρίοι
Dual ὑποπρίοιτον ὑποπριοίτην
Plural ὑποπρίοιμεν ὑποπρίοιτε ὑποπρίοιεν
ImperativeSingular ὑποπρίε ὑποπριέτω
Dual ὑποπρίετον ὑποπριέτων
Plural ὑποπρίετε ὑποπριόντων, ὑποπριέτωσαν
Infinitive ὑποπρίειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑποπριων ὑποπριοντος ὑποπριουσα ὑποπριουσης ὑποπριον ὑποπριοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑποπρίομαι ὑποπρίει, ὑποπρίῃ ὑποπρίεται
Dual ὑποπρίεσθον ὑποπρίεσθον
Plural ὑποπριόμεθα ὑποπρίεσθε ὑποπρίονται
SubjunctiveSingular ὑποπρίωμαι ὑποπρίῃ ὑποπρίηται
Dual ὑποπρίησθον ὑποπρίησθον
Plural ὑποπριώμεθα ὑποπρίησθε ὑποπρίωνται
OptativeSingular ὑποπριοίμην ὑποπρίοιο ὑποπρίοιτο
Dual ὑποπρίοισθον ὑποπριοίσθην
Plural ὑποπριοίμεθα ὑποπρίοισθε ὑποπρίοιντο
ImperativeSingular ὑποπρίου ὑποπριέσθω
Dual ὑποπρίεσθον ὑποπριέσθων
Plural ὑποπρίεσθε ὑποπριέσθων, ὑποπριέσθωσαν
Infinitive ὑποπρίεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑποπριομενος ὑποπριομενου ὑποπριομενη ὑποπριομενης ὑποπριομενον ὑποπριομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to gnash

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION