헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ταλασιουργικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ταλασιουργικός ταλασιουργική ταλασιουργικόν

형태분석: ταλασιουργικ (어간) + ος (어미)

어원: from talasiourgo/s

  1. of or for wool-spinning

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ταλασιουργικός

(이)가

ταλασιουργική

(이)가

ταλασιουργικόν

(것)가

속격 ταλασιουργικοῦ

(이)의

ταλασιουργικῆς

(이)의

ταλασιουργικοῦ

(것)의

여격 ταλασιουργικῷ

(이)에게

ταλασιουργικῇ

(이)에게

ταλασιουργικῷ

(것)에게

대격 ταλασιουργικόν

(이)를

ταλασιουργικήν

(이)를

ταλασιουργικόν

(것)를

호격 ταλασιουργικέ

(이)야

ταλασιουργική

(이)야

ταλασιουργικόν

(것)야

쌍수주/대/호 ταλασιουργικώ

(이)들이

ταλασιουργικᾱ́

(이)들이

ταλασιουργικώ

(것)들이

속/여 ταλασιουργικοῖν

(이)들의

ταλασιουργικαῖν

(이)들의

ταλασιουργικοῖν

(것)들의

복수주격 ταλασιουργικοί

(이)들이

ταλασιουργικαί

(이)들이

ταλασιουργικά

(것)들이

속격 ταλασιουργικῶν

(이)들의

ταλασιουργικῶν

(이)들의

ταλασιουργικῶν

(것)들의

여격 ταλασιουργικοῖς

(이)들에게

ταλασιουργικαῖς

(이)들에게

ταλασιουργικοῖς

(것)들에게

대격 ταλασιουργικούς

(이)들을

ταλασιουργικᾱ́ς

(이)들을

ταλασιουργικά

(것)들을

호격 ταλασιουργικοί

(이)들아

ταλασιουργικαί

(이)들아

ταλασιουργικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὅπλων ἄλλη φυλή, ἄλλη ταλασιουργικῶν ὀργάνων, ἄλλη σιτοποιικῶν, ἄλλη ὀψοποιικῶν, ἄλλη τῶν ἀμφὶ λουτρόν, ἄλλη ἀμφὶ μάκτρασ, ἄλλη ἀμφὶ τραπέζασ. (Xenophon, Works on Socrates, , chapter 9 8:1)

    (크세노폰, Works on Socrates, , chapter 9 8:1)

  • μετὰ δὲ τοῦτο ὅσοισ μὲν τῶν σκευῶν καθ’ ἡμέραν χρῶνται οἱ οἰκέται, οἱο͂ν σιτοποιικοῖσ, ὀψοποιικοῖσ, ταλασιουργικοῖσ, καὶ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον, ταῦτα μὲν αὐτοῖσ τοῖσ χρωμένοισ δείξαντεσ ὅπου δεῖ τιθέναι, παρεδώκαμεν καὶ ἐπετάξαμεν σῶα παρέχειν· (Xenophon, Works on Socrates, , chapter 9 10:1)

    (크세노폰, Works on Socrates, , chapter 9 10:1)

  • καὶ μὴν ξαντική γε καὶ νηστικὴ καὶ πάντα αὖ τὰ περὶ τὴν ποίησιν αὐτὴν τῆσ ἐσθῆτοσ ἧσ λέγομεν μέρη, μία τίσ ἐστι τέχνη τῶν ὑπὸ πάντων λεγομένων, ἡ ταλασιουργική. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 151:3)

    (플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 151:3)

  • τῆσ δὴ ταλασιουργικῆσ δύο τμήματά ἐστον, καὶ τούτοιν ἑκάτερον ἅμα δυοῖν πεφύκατον τέχναιν μέρη. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 152:1)

    (플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 152:1)

  • τὸ συγκριτικὸν τοίνυν αὖ σοι καὶ ταλασιουργικὸν ἅμα μόριον, ὦ Σώκρατεσ, διαιρετέον, εἴπερ ἱκανῶσ μέλλομεν τὴν προρρηθεῖσαν ὑφαντικὴν αἱρήσειν. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 153:6)

    (플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 153:6)

유의어

  1. of or for wool-spinning

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION