헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συνταράσσω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συνταράσσω συνταράξω

형태분석: συν (접두사) + ταράσς (어간) + ω (인칭어미)

  1. 어지럽히다, 혼란시키다, 괴롭히다, 성가시게 하다, 방해하다, 동요시키다, 혼란에 빠뜨리다, 선동하다, 고생시키다, 자극하다
  1. to throw all together into confusion, to confound, disturb, trouble, confounded with, to be thrown into confusion, to be confounded, greatly troubled, much distressed

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνταράσσω

(나는) 어지럽힌다

συνταράσσεις

(너는) 어지럽힌다

συνταράσσει

(그는) 어지럽힌다

쌍수 συνταράσσετον

(너희 둘은) 어지럽힌다

συνταράσσετον

(그 둘은) 어지럽힌다

복수 συνταράσσομεν

(우리는) 어지럽힌다

συνταράσσετε

(너희는) 어지럽힌다

συνταράσσουσιν*

(그들은) 어지럽힌다

접속법단수 συνταράσσω

(나는) 어지럽히자

συνταράσσῃς

(너는) 어지럽히자

συνταράσσῃ

(그는) 어지럽히자

쌍수 συνταράσσητον

(너희 둘은) 어지럽히자

συνταράσσητον

(그 둘은) 어지럽히자

복수 συνταράσσωμεν

(우리는) 어지럽히자

συνταράσσητε

(너희는) 어지럽히자

συνταράσσωσιν*

(그들은) 어지럽히자

기원법단수 συνταράσσοιμι

(나는) 어지럽히기를 (바라다)

συνταράσσοις

(너는) 어지럽히기를 (바라다)

συνταράσσοι

(그는) 어지럽히기를 (바라다)

쌍수 συνταράσσοιτον

(너희 둘은) 어지럽히기를 (바라다)

συνταρασσοίτην

(그 둘은) 어지럽히기를 (바라다)

복수 συνταράσσοιμεν

(우리는) 어지럽히기를 (바라다)

συνταράσσοιτε

(너희는) 어지럽히기를 (바라다)

συνταράσσοιεν

(그들은) 어지럽히기를 (바라다)

명령법단수 συντάρασσε

(너는) 어지럽혀라

συνταρασσέτω

(그는) 어지럽혀라

쌍수 συνταράσσετον

(너희 둘은) 어지럽혀라

συνταρασσέτων

(그 둘은) 어지럽혀라

복수 συνταράσσετε

(너희는) 어지럽혀라

συνταρασσόντων, συνταρασσέτωσαν

(그들은) 어지럽혀라

부정사 συνταράσσειν

어지럽히는 것

분사 남성여성중성
συνταρασσων

συνταρασσοντος

συνταρασσουσα

συνταρασσουσης

συνταρασσον

συνταρασσοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνταράσσομαι

(나는) 어지럽는다

συνταράσσει, συνταράσσῃ

(너는) 어지럽는다

συνταράσσεται

(그는) 어지럽는다

쌍수 συνταράσσεσθον

(너희 둘은) 어지럽는다

συνταράσσεσθον

(그 둘은) 어지럽는다

복수 συνταρασσόμεθα

(우리는) 어지럽는다

συνταράσσεσθε

(너희는) 어지럽는다

συνταράσσονται

(그들은) 어지럽는다

접속법단수 συνταράσσωμαι

(나는) 어지럽자

συνταράσσῃ

(너는) 어지럽자

συνταράσσηται

(그는) 어지럽자

쌍수 συνταράσσησθον

(너희 둘은) 어지럽자

συνταράσσησθον

(그 둘은) 어지럽자

복수 συνταρασσώμεθα

(우리는) 어지럽자

συνταράσσησθε

(너희는) 어지럽자

συνταράσσωνται

(그들은) 어지럽자

기원법단수 συνταρασσοίμην

(나는) 어지럽기를 (바라다)

συνταράσσοιο

(너는) 어지럽기를 (바라다)

συνταράσσοιτο

(그는) 어지럽기를 (바라다)

쌍수 συνταράσσοισθον

(너희 둘은) 어지럽기를 (바라다)

συνταρασσοίσθην

(그 둘은) 어지럽기를 (바라다)

복수 συνταρασσοίμεθα

(우리는) 어지럽기를 (바라다)

συνταράσσοισθε

(너희는) 어지럽기를 (바라다)

συνταράσσοιντο

(그들은) 어지럽기를 (바라다)

명령법단수 συνταράσσου

(너는) 어지러워라

συνταρασσέσθω

(그는) 어지러워라

쌍수 συνταράσσεσθον

(너희 둘은) 어지러워라

συνταρασσέσθων

(그 둘은) 어지러워라

복수 συνταράσσεσθε

(너희는) 어지러워라

συνταρασσέσθων, συνταρασσέσθωσαν

(그들은) 어지러워라

부정사 συνταράσσεσθαι

어지럽는 것

분사 남성여성중성
συνταρασσομενος

συνταρασσομενου

συνταρασσομενη

συνταρασσομενης

συνταρασσομενον

συνταρασσομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνταράξω

(나는) 어지럽히겠다

συνταράξεις

(너는) 어지럽히겠다

συνταράξει

(그는) 어지럽히겠다

쌍수 συνταράξετον

(너희 둘은) 어지럽히겠다

συνταράξετον

(그 둘은) 어지럽히겠다

복수 συνταράξομεν

(우리는) 어지럽히겠다

συνταράξετε

(너희는) 어지럽히겠다

συνταράξουσιν*

(그들은) 어지럽히겠다

기원법단수 συνταράξοιμι

(나는) 어지럽히겠기를 (바라다)

συνταράξοις

(너는) 어지럽히겠기를 (바라다)

συνταράξοι

(그는) 어지럽히겠기를 (바라다)

쌍수 συνταράξοιτον

(너희 둘은) 어지럽히겠기를 (바라다)

συνταραξοίτην

(그 둘은) 어지럽히겠기를 (바라다)

복수 συνταράξοιμεν

(우리는) 어지럽히겠기를 (바라다)

συνταράξοιτε

(너희는) 어지럽히겠기를 (바라다)

συνταράξοιεν

(그들은) 어지럽히겠기를 (바라다)

부정사 συνταράξειν

어지럽힐 것

분사 남성여성중성
συνταραξων

συνταραξοντος

συνταραξουσα

συνταραξουσης

συνταραξον

συνταραξοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνταράξομαι

(나는) 어지럽겠다

συνταράξει, συνταράξῃ

(너는) 어지럽겠다

συνταράξεται

(그는) 어지럽겠다

쌍수 συνταράξεσθον

(너희 둘은) 어지럽겠다

συνταράξεσθον

(그 둘은) 어지럽겠다

복수 συνταραξόμεθα

(우리는) 어지럽겠다

συνταράξεσθε

(너희는) 어지럽겠다

συνταράξονται

(그들은) 어지럽겠다

기원법단수 συνταραξοίμην

(나는) 어지럽겠기를 (바라다)

συνταράξοιο

(너는) 어지럽겠기를 (바라다)

συνταράξοιτο

(그는) 어지럽겠기를 (바라다)

쌍수 συνταράξοισθον

(너희 둘은) 어지럽겠기를 (바라다)

συνταραξοίσθην

(그 둘은) 어지럽겠기를 (바라다)

복수 συνταραξοίμεθα

(우리는) 어지럽겠기를 (바라다)

συνταράξοισθε

(너희는) 어지럽겠기를 (바라다)

συνταράξοιντο

(그들은) 어지럽겠기를 (바라다)

부정사 συνταράξεσθαι

어지러울 것

분사 남성여성중성
συνταραξομενος

συνταραξομενου

συνταραξομενη

συνταραξομενης

συνταραξομενον

συνταραξομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνετάρασσον

(나는) 어지럽히고 있었다

συνετάρασσες

(너는) 어지럽히고 있었다

συνετάρασσεν*

(그는) 어지럽히고 있었다

쌍수 συνεταράσσετον

(너희 둘은) 어지럽히고 있었다

συνεταρασσέτην

(그 둘은) 어지럽히고 있었다

복수 συνεταράσσομεν

(우리는) 어지럽히고 있었다

συνεταράσσετε

(너희는) 어지럽히고 있었다

συνετάρασσον

(그들은) 어지럽히고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνεταρασσόμην

(나는) 어지럽고 있었다

συνεταράσσου

(너는) 어지럽고 있었다

συνεταράσσετο

(그는) 어지럽고 있었다

쌍수 συνεταράσσεσθον

(너희 둘은) 어지럽고 있었다

συνεταρασσέσθην

(그 둘은) 어지럽고 있었다

복수 συνεταρασσόμεθα

(우리는) 어지럽고 있었다

συνεταράσσεσθε

(너희는) 어지럽고 있었다

συνεταράσσοντο

(그들은) 어지럽고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • θήσεισ αὐτοὺσ εἰσ κλίβανον πυρὸσ εἰσ καιρὸν τοῦ προσώπου σου. Κύριοσ ἐν ὀργῇ αὐτοῦ συνταράξει αὐτούσ, καὶ καταφάγεται αὐτοὺσ πῦρ. (Septuagint, Liber Psalmorum 20:10)

    (70인역 성경, 시편 20:10)

  • ἐκδραμὼν γὰρ πάντα ταυτὶ συνταράξει τοῖν ποδοῖν. (Aristophanes, Peace, Parodos, trochees13)

    (아리스토파네스, Peace, Parodos, trochees13)

  • ἀλλ’ οὐχ ὁρῶ, γύναι, διὰ τί ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα ζώσησ μὲν ἔτερπεν ἡμᾶσ νυνὶ δ’ ἀνιάσει καὶ συνταράξει, λαμβάνοντασ ἐπίνοιαν αὐτῶν. (Plutarch, Consolatio ad uxorem, section 31)

    (플루타르코스, Consolatio ad uxorem, section 31)

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION