헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συμπλαταγέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συμπλαταγέω συμπλαταγήσω

형태분석: συμ (접두사) + πλαταγέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to sound by striking together, to clap

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπλατάγω

συμπλατάγεις

συμπλατάγει

쌍수 συμπλατάγειτον

συμπλατάγειτον

복수 συμπλατάγουμεν

συμπλατάγειτε

συμπλατάγουσιν*

접속법단수 συμπλατάγω

συμπλατάγῃς

συμπλατάγῃ

쌍수 συμπλατάγητον

συμπλατάγητον

복수 συμπλατάγωμεν

συμπλατάγητε

συμπλατάγωσιν*

기원법단수 συμπλατάγοιμι

συμπλατάγοις

συμπλατάγοι

쌍수 συμπλατάγοιτον

συμπλαταγοίτην

복수 συμπλατάγοιμεν

συμπλατάγοιτε

συμπλατάγοιεν

명령법단수 συμπλατᾶγει

συμπλαταγεῖτω

쌍수 συμπλατάγειτον

συμπλαταγεῖτων

복수 συμπλατάγειτε

συμπλαταγοῦντων, συμπλαταγεῖτωσαν

부정사 συμπλατάγειν

분사 남성여성중성
συμπλαταγων

συμπλαταγουντος

συμπλαταγουσα

συμπλαταγουσης

συμπλαταγουν

συμπλαταγουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπλατάγουμαι

συμπλατάγει, συμπλατάγῃ

συμπλατάγειται

쌍수 συμπλατάγεισθον

συμπλατάγεισθον

복수 συμπλαταγοῦμεθα

συμπλατάγεισθε

συμπλατάγουνται

접속법단수 συμπλατάγωμαι

συμπλατάγῃ

συμπλατάγηται

쌍수 συμπλατάγησθον

συμπλατάγησθον

복수 συμπλαταγώμεθα

συμπλατάγησθε

συμπλατάγωνται

기원법단수 συμπλαταγοίμην

συμπλατάγοιο

συμπλατάγοιτο

쌍수 συμπλατάγοισθον

συμπλαταγοίσθην

복수 συμπλαταγοίμεθα

συμπλατάγοισθε

συμπλατάγοιντο

명령법단수 συμπλατάγου

συμπλαταγεῖσθω

쌍수 συμπλατάγεισθον

συμπλαταγεῖσθων

복수 συμπλατάγεισθε

συμπλαταγεῖσθων, συμπλαταγεῖσθωσαν

부정사 συμπλατάγεισθαι

분사 남성여성중성
συμπλαταγουμενος

συμπλαταγουμενου

συμπλαταγουμενη

συμπλαταγουμενης

συμπλαταγουμενον

συμπλαταγουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to sound by striking together

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION