헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

στρεβλόω

ο 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: στρεβλόω

형태분석: στρεβλό (어간) + ω (인칭어미)

어원: streblo/s

  1. 당기다, 그리다, 끌다, 묘사하다, 끌어내다
  2. 괴롭히다, 고문하다
  1. to twist or strain tight, to draw, taut, to screw up
  2. to twist or wrench
  3. to stretch on the wheel or rack, to rack, torture
  4. to pervert or distort

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στρεβλῶ

(나는) 당긴다

στρεβλοῖς

(너는) 당긴다

στρεβλοῖ

(그는) 당긴다

쌍수 στρεβλοῦτον

(너희 둘은) 당긴다

στρεβλοῦτον

(그 둘은) 당긴다

복수 στρεβλοῦμεν

(우리는) 당긴다

στρεβλοῦτε

(너희는) 당긴다

στρεβλοῦσιν*

(그들은) 당긴다

접속법단수 στρεβλῶ

(나는) 당기자

στρεβλοῖς

(너는) 당기자

στρεβλοῖ

(그는) 당기자

쌍수 στρεβλῶτον

(너희 둘은) 당기자

στρεβλῶτον

(그 둘은) 당기자

복수 στρεβλῶμεν

(우리는) 당기자

στρεβλῶτε

(너희는) 당기자

στρεβλῶσιν*

(그들은) 당기자

기원법단수 στρεβλοῖμι

(나는) 당기기를 (바라다)

στρεβλοῖς

(너는) 당기기를 (바라다)

στρεβλοῖ

(그는) 당기기를 (바라다)

쌍수 στρεβλοῖτον

(너희 둘은) 당기기를 (바라다)

στρεβλοίτην

(그 둘은) 당기기를 (바라다)

복수 στρεβλοῖμεν

(우리는) 당기기를 (바라다)

στρεβλοῖτε

(너희는) 당기기를 (바라다)

στρεβλοῖεν

(그들은) 당기기를 (바라다)

명령법단수 στρέβλου

(너는) 당겨라

στρεβλούτω

(그는) 당겨라

쌍수 στρεβλοῦτον

(너희 둘은) 당겨라

στρεβλούτων

(그 둘은) 당겨라

복수 στρεβλοῦτε

(너희는) 당겨라

στρεβλούντων, στρεβλούτωσαν

(그들은) 당겨라

부정사 στρεβλοῦν

당기는 것

분사 남성여성중성
στρεβλων

στρεβλουντος

στρεβλουσα

στρεβλουσης

στρεβλουν

στρεβλουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στρεβλοῦμαι

(나는) 당겨진다

στρεβλοῖ

(너는) 당겨진다

στρεβλοῦται

(그는) 당겨진다

쌍수 στρεβλοῦσθον

(너희 둘은) 당겨진다

στρεβλοῦσθον

(그 둘은) 당겨진다

복수 στρεβλούμεθα

(우리는) 당겨진다

στρεβλοῦσθε

(너희는) 당겨진다

στρεβλοῦνται

(그들은) 당겨진다

접속법단수 στρεβλῶμαι

(나는) 당겨지자

στρεβλοῖ

(너는) 당겨지자

στρεβλῶται

(그는) 당겨지자

쌍수 στρεβλῶσθον

(너희 둘은) 당겨지자

στρεβλῶσθον

(그 둘은) 당겨지자

복수 στρεβλώμεθα

(우리는) 당겨지자

στρεβλῶσθε

(너희는) 당겨지자

στρεβλῶνται

(그들은) 당겨지자

기원법단수 στρεβλοίμην

(나는) 당겨지기를 (바라다)

στρεβλοῖο

(너는) 당겨지기를 (바라다)

στρεβλοῖτο

(그는) 당겨지기를 (바라다)

쌍수 στρεβλοῖσθον

(너희 둘은) 당겨지기를 (바라다)

στρεβλοίσθην

(그 둘은) 당겨지기를 (바라다)

복수 στρεβλοίμεθα

(우리는) 당겨지기를 (바라다)

στρεβλοῖσθε

(너희는) 당겨지기를 (바라다)

στρεβλοῖντο

(그들은) 당겨지기를 (바라다)

명령법단수 στρεβλοῦ

(너는) 당겨져라

στρεβλούσθω

(그는) 당겨져라

쌍수 στρεβλοῦσθον

(너희 둘은) 당겨져라

στρεβλούσθων

(그 둘은) 당겨져라

복수 στρεβλοῦσθε

(너희는) 당겨져라

στρεβλούσθων, στρεβλούσθωσαν

(그들은) 당겨져라

부정사 στρεβλοῦσθαι

당겨지는 것

분사 남성여성중성
στρεβλουμενος

στρεβλουμενου

στρεβλουμενη

στρεβλουμενης

στρεβλουμενον

στρεβλουμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐστρέβλουν

(나는) 당기고 있었다

ἐστρέβλους

(너는) 당기고 있었다

ἐστρέβλουν*

(그는) 당기고 있었다

쌍수 ἐστρεβλοῦτον

(너희 둘은) 당기고 있었다

ἐστρεβλούτην

(그 둘은) 당기고 있었다

복수 ἐστρεβλοῦμεν

(우리는) 당기고 있었다

ἐστρεβλοῦτε

(너희는) 당기고 있었다

ἐστρέβλουν

(그들은) 당기고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐστρεβλούμην

(나는) 당겨지고 있었다

ἐστρεβλοῦ

(너는) 당겨지고 있었다

ἐστρεβλοῦτο

(그는) 당겨지고 있었다

쌍수 ἐστρεβλοῦσθον

(너희 둘은) 당겨지고 있었다

ἐστρεβλούσθην

(그 둘은) 당겨지고 있었다

복수 ἐστρεβλούμεθα

(우리는) 당겨지고 있었다

ἐστρεβλοῦσθε

(너희는) 당겨지고 있었다

ἐστρεβλοῦντο

(그들은) 당겨지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καθ’ ἕνα στρεβλούμενον καὶ φλεγόμενον ὁρῶσα μήτηρ, οὐ μετεβάλλετο διὰ τὴν εὐσέβειαν. (Septuagint, Liber Maccabees IV 15:14)

    (70인역 성경, Liber Maccabees IV 15:14)

  • ἐπὶ τοῦ τροχοῦ γὰρ δεῖ σ’ ἐκεῖ στρεβλούμενον εἰπεῖν ἃ πεπανούργηκασ. (Aristophanes, Plutus, Episode 1:18)

    (아리스토파네스, Plutus, Episode 1:18)

  • οἴμοι κακοδαίμων, οἱο͂σ ὁ σπασμόσ μ’ ἔχει χὠ τέτανοσ ὥσπερ ἐπὶ τροχοῦ στρεβλούμενον. (Aristophanes, Lysistrata, Lyric-Scene18)

    (아리스토파네스, Lysistrata, Lyric-Scene18)

  • Πάλιν Ἀριστόμαχον τὸν Ἀργεῖόν φησιν, ἄνδρα τῆσ ἐπιφανεστάτησ οἰκίασ ὑπάρχοντα καὶ τετυραννηκότα μὲν Ἀργείων, πεφυκότα δ’ ἐκ τυράννων, ὑποχείριον Ἀντιγόνῳ καὶ τοῖσ Ἀχαιοῖσ γενόμενον εἰσ Κεγχρεὰσ ἀπαχθῆναι καὶ στρεβλούμενον ἀποθανεῖν, ἀδικώτατα καὶ δεινότατα παθόντα πάντων ἀνθρώπων. (Polybius, Histories, book 2, chapter 59 1:1)

    (폴리비오스, Histories, book 2, chapter 59 1:1)

  • ὃν ὑποχείριον γενόμενον οὐκ ἐν Κεγχρεαῖσ ἔδει τὴν νύκτα στρεβλούμενον ἀποθανεῖν, ὡσ Φύλαρχόσ φησιν, περιαγόμενον δ’ εἰσ τὴν Πελοπόννησον καὶ μετὰ τιμωρίασ παραδειγματιζόμενον οὕτωσ ἐκλιπεῖν τὸ ζῆν. (Polybius, Histories, book 2, chapter 60 7:1)

    (폴리비오스, Histories, book 2, chapter 60 7:1)

유의어

  1. 당기다

  2. to twist or wrench

  3. 괴롭히다

  4. to pervert or distort

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION