헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προχορεύω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προχορεύω προχορεύσω

형태분석: προ (접두사) + χορεύ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 이끌다, 안내하다, 앞서다
  1. to dance before in a chorus, to lead

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προχορεύω

(나는) 이끈다

προχορεύεις

(너는) 이끈다

προχορεύει

(그는) 이끈다

쌍수 προχορεύετον

(너희 둘은) 이끈다

προχορεύετον

(그 둘은) 이끈다

복수 προχορεύομεν

(우리는) 이끈다

προχορεύετε

(너희는) 이끈다

προχορεύουσιν*

(그들은) 이끈다

접속법단수 προχορεύω

(나는) 이끌자

προχορεύῃς

(너는) 이끌자

προχορεύῃ

(그는) 이끌자

쌍수 προχορεύητον

(너희 둘은) 이끌자

προχορεύητον

(그 둘은) 이끌자

복수 προχορεύωμεν

(우리는) 이끌자

προχορεύητε

(너희는) 이끌자

προχορεύωσιν*

(그들은) 이끌자

기원법단수 προχορεύοιμι

(나는) 이끌기를 (바라다)

προχορεύοις

(너는) 이끌기를 (바라다)

προχορεύοι

(그는) 이끌기를 (바라다)

쌍수 προχορεύοιτον

(너희 둘은) 이끌기를 (바라다)

προχορευοίτην

(그 둘은) 이끌기를 (바라다)

복수 προχορεύοιμεν

(우리는) 이끌기를 (바라다)

προχορεύοιτε

(너희는) 이끌기를 (바라다)

προχορεύοιεν

(그들은) 이끌기를 (바라다)

명령법단수 προχόρευε

(너는) 이끌어라

προχορευέτω

(그는) 이끌어라

쌍수 προχορεύετον

(너희 둘은) 이끌어라

προχορευέτων

(그 둘은) 이끌어라

복수 προχορεύετε

(너희는) 이끌어라

προχορευόντων, προχορευέτωσαν

(그들은) 이끌어라

부정사 προχορεύειν

이끄는 것

분사 남성여성중성
προχορευων

προχορευοντος

προχορευουσα

προχορευουσης

προχορευον

προχορευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προχορεύομαι

(나는) 이끌려진다

προχορεύει, προχορεύῃ

(너는) 이끌려진다

προχορεύεται

(그는) 이끌려진다

쌍수 προχορεύεσθον

(너희 둘은) 이끌려진다

προχορεύεσθον

(그 둘은) 이끌려진다

복수 προχορευόμεθα

(우리는) 이끌려진다

προχορεύεσθε

(너희는) 이끌려진다

προχορεύονται

(그들은) 이끌려진다

접속법단수 προχορεύωμαι

(나는) 이끌려지자

προχορεύῃ

(너는) 이끌려지자

προχορεύηται

(그는) 이끌려지자

쌍수 προχορεύησθον

(너희 둘은) 이끌려지자

προχορεύησθον

(그 둘은) 이끌려지자

복수 προχορευώμεθα

(우리는) 이끌려지자

προχορεύησθε

(너희는) 이끌려지자

προχορεύωνται

(그들은) 이끌려지자

기원법단수 προχορευοίμην

(나는) 이끌려지기를 (바라다)

προχορεύοιο

(너는) 이끌려지기를 (바라다)

προχορεύοιτο

(그는) 이끌려지기를 (바라다)

쌍수 προχορεύοισθον

(너희 둘은) 이끌려지기를 (바라다)

προχορευοίσθην

(그 둘은) 이끌려지기를 (바라다)

복수 προχορευοίμεθα

(우리는) 이끌려지기를 (바라다)

προχορεύοισθε

(너희는) 이끌려지기를 (바라다)

προχορεύοιντο

(그들은) 이끌려지기를 (바라다)

명령법단수 προχορεύου

(너는) 이끌려져라

προχορευέσθω

(그는) 이끌려져라

쌍수 προχορεύεσθον

(너희 둘은) 이끌려져라

προχορευέσθων

(그 둘은) 이끌려져라

복수 προχορεύεσθε

(너희는) 이끌려져라

προχορευέσθων, προχορευέσθωσαν

(그들은) 이끌려져라

부정사 προχορεύεσθαι

이끌려지는 것

분사 남성여성중성
προχορευομενος

προχορευομενου

προχορευομενη

προχορευομενης

προχορευομενον

προχορευομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προχορεύσω

(나는) 이끌겠다

προχορεύσεις

(너는) 이끌겠다

προχορεύσει

(그는) 이끌겠다

쌍수 προχορεύσετον

(너희 둘은) 이끌겠다

προχορεύσετον

(그 둘은) 이끌겠다

복수 προχορεύσομεν

(우리는) 이끌겠다

προχορεύσετε

(너희는) 이끌겠다

προχορεύσουσιν*

(그들은) 이끌겠다

기원법단수 προχορεύσοιμι

(나는) 이끌겠기를 (바라다)

προχορεύσοις

(너는) 이끌겠기를 (바라다)

προχορεύσοι

(그는) 이끌겠기를 (바라다)

쌍수 προχορεύσοιτον

(너희 둘은) 이끌겠기를 (바라다)

προχορευσοίτην

(그 둘은) 이끌겠기를 (바라다)

복수 προχορεύσοιμεν

(우리는) 이끌겠기를 (바라다)

προχορεύσοιτε

(너희는) 이끌겠기를 (바라다)

προχορεύσοιεν

(그들은) 이끌겠기를 (바라다)

부정사 προχορεύσειν

이끌 것

분사 남성여성중성
προχορευσων

προχορευσοντος

προχορευσουσα

προχορευσουσης

προχορευσον

προχορευσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προχορεύσομαι

(나는) 이끌려지겠다

προχορεύσει, προχορεύσῃ

(너는) 이끌려지겠다

προχορεύσεται

(그는) 이끌려지겠다

쌍수 προχορεύσεσθον

(너희 둘은) 이끌려지겠다

προχορεύσεσθον

(그 둘은) 이끌려지겠다

복수 προχορευσόμεθα

(우리는) 이끌려지겠다

προχορεύσεσθε

(너희는) 이끌려지겠다

προχορεύσονται

(그들은) 이끌려지겠다

기원법단수 προχορευσοίμην

(나는) 이끌려지겠기를 (바라다)

προχορεύσοιο

(너는) 이끌려지겠기를 (바라다)

προχορεύσοιτο

(그는) 이끌려지겠기를 (바라다)

쌍수 προχορεύσοισθον

(너희 둘은) 이끌려지겠기를 (바라다)

προχορευσοίσθην

(그 둘은) 이끌려지겠기를 (바라다)

복수 προχορευσοίμεθα

(우리는) 이끌려지겠기를 (바라다)

προχορεύσοισθε

(너희는) 이끌려지겠기를 (바라다)

προχορεύσοιντο

(그들은) 이끌려지겠기를 (바라다)

부정사 προχορεύσεσθαι

이끌려질 것

분사 남성여성중성
προχορευσομενος

προχορευσομενου

προχορευσομενη

προχορευσομενης

προχορευσομενον

προχορευσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προεχόρευον

(나는) 이끌고 있었다

προεχόρευες

(너는) 이끌고 있었다

προεχόρευεν*

(그는) 이끌고 있었다

쌍수 προεχορεύετον

(너희 둘은) 이끌고 있었다

προεχορευέτην

(그 둘은) 이끌고 있었다

복수 προεχορεύομεν

(우리는) 이끌고 있었다

προεχορεύετε

(너희는) 이끌고 있었다

προεχόρευον

(그들은) 이끌고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προεχορευόμην

(나는) 이끌려지고 있었다

προεχορεύου

(너는) 이끌려지고 있었다

προεχορεύετο

(그는) 이끌려지고 있었다

쌍수 προεχορεύεσθον

(너희 둘은) 이끌려지고 있었다

προεχορευέσθην

(그 둘은) 이끌려지고 있었다

복수 προεχορευόμεθα

(우리는) 이끌려지고 있었다

προεχορεύεσθε

(너희는) 이끌려지고 있었다

προεχορεύοντο

(그들은) 이끌려지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • οὐκ ἐπὶ καλλιχόροισ στεφάνοισι νεάνιδοσ ὡρ́ασ βόστρυχον ἀμπετάσασ λωτοῦ κατὰ πνεύματα μέλπῃ μοῦσαν, ἐν ᾇ χάριτεσ χοροποιοί, ἀλλὰ σὺν ὁπλοφόροισ στρατὸν Ἀργείων ἐπιπνεύσασ αἵματι Θήβασ κῶμον ἀναυλότατον προχορεύεισ. (Euripides, Phoenissae, choral, strophe 12)

    (에우리피데스, Phoenissae, choral, strophe 12)

유의어

  1. 이끌다

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION