Ancient Greek-English Dictionary Language

προσθιγγάνω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: προσθιγγάνω προσθίξομαι προσέθιγον

Structure: προς (Prefix) + θιγγάν (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to touch, by his touch

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσθιγγάνω προσθιγγάνεις προσθιγγάνει
Dual προσθιγγάνετον προσθιγγάνετον
Plural προσθιγγάνομεν προσθιγγάνετε προσθιγγάνουσιν*
SubjunctiveSingular προσθιγγάνω προσθιγγάνῃς προσθιγγάνῃ
Dual προσθιγγάνητον προσθιγγάνητον
Plural προσθιγγάνωμεν προσθιγγάνητε προσθιγγάνωσιν*
OptativeSingular προσθιγγάνοιμι προσθιγγάνοις προσθιγγάνοι
Dual προσθιγγάνοιτον προσθιγγανοίτην
Plural προσθιγγάνοιμεν προσθιγγάνοιτε προσθιγγάνοιεν
ImperativeSingular προσθίγγανε προσθιγγανέτω
Dual προσθιγγάνετον προσθιγγανέτων
Plural προσθιγγάνετε προσθιγγανόντων, προσθιγγανέτωσαν
Infinitive προσθιγγάνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προσθιγγανων προσθιγγανοντος προσθιγγανουσα προσθιγγανουσης προσθιγγανον προσθιγγανοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσθιγγάνομαι προσθιγγάνει, προσθιγγάνῃ προσθιγγάνεται
Dual προσθιγγάνεσθον προσθιγγάνεσθον
Plural προσθιγγανόμεθα προσθιγγάνεσθε προσθιγγάνονται
SubjunctiveSingular προσθιγγάνωμαι προσθιγγάνῃ προσθιγγάνηται
Dual προσθιγγάνησθον προσθιγγάνησθον
Plural προσθιγγανώμεθα προσθιγγάνησθε προσθιγγάνωνται
OptativeSingular προσθιγγανοίμην προσθιγγάνοιο προσθιγγάνοιτο
Dual προσθιγγάνοισθον προσθιγγανοίσθην
Plural προσθιγγανοίμεθα προσθιγγάνοισθε προσθιγγάνοιντο
ImperativeSingular προσθιγγάνου προσθιγγανέσθω
Dual προσθιγγάνεσθον προσθιγγανέσθων
Plural προσθιγγάνεσθε προσθιγγανέσθων, προσθιγγανέσθωσαν
Infinitive προσθιγγάνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προσθιγγανομενος προσθιγγανομενου προσθιγγανομενη προσθιγγανομενης προσθιγγανομενον προσθιγγανομενου

Future tense

Imperfect tense

Aorist tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to touch

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION