헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσεπιφωνέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσεπιφωνέω προσεπιφωνήσω

형태분석: προς (접두사) + ἐπι (접두사) + φωνέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 더하다, 덧붙이다, 증가하다
  1. to say besides, add

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεπιφωνῶ

(나는) 더하다

προσεπιφωνεῖς

(너는) 더하다

προσεπιφωνεῖ

(그는) 더하다

쌍수 προσεπιφωνεῖτον

(너희 둘은) 더하다

προσεπιφωνεῖτον

(그 둘은) 더하다

복수 προσεπιφωνοῦμεν

(우리는) 더하다

προσεπιφωνεῖτε

(너희는) 더하다

προσεπιφωνοῦσιν*

(그들은) 더하다

접속법단수 προσεπιφωνῶ

(나는) 더하자

προσεπιφωνῇς

(너는) 더하자

προσεπιφωνῇ

(그는) 더하자

쌍수 προσεπιφωνῆτον

(너희 둘은) 더하자

προσεπιφωνῆτον

(그 둘은) 더하자

복수 προσεπιφωνῶμεν

(우리는) 더하자

προσεπιφωνῆτε

(너희는) 더하자

προσεπιφωνῶσιν*

(그들은) 더하자

기원법단수 προσεπιφωνοῖμι

(나는) 더하기를 (바라다)

προσεπιφωνοῖς

(너는) 더하기를 (바라다)

προσεπιφωνοῖ

(그는) 더하기를 (바라다)

쌍수 προσεπιφωνοῖτον

(너희 둘은) 더하기를 (바라다)

προσεπιφωνοίτην

(그 둘은) 더하기를 (바라다)

복수 προσεπιφωνοῖμεν

(우리는) 더하기를 (바라다)

προσεπιφωνοῖτε

(너희는) 더하기를 (바라다)

προσεπιφωνοῖεν

(그들은) 더하기를 (바라다)

명령법단수 προσεπιφώνει

(너는) 더해라

προσεπιφωνείτω

(그는) 더해라

쌍수 προσεπιφωνεῖτον

(너희 둘은) 더해라

προσεπιφωνείτων

(그 둘은) 더해라

복수 προσεπιφωνεῖτε

(너희는) 더해라

προσεπιφωνούντων, προσεπιφωνείτωσαν

(그들은) 더해라

부정사 προσεπιφωνεῖν

더하는 것

분사 남성여성중성
προσεπιφωνων

προσεπιφωνουντος

προσεπιφωνουσα

προσεπιφωνουσης

προσεπιφωνουν

προσεπιφωνουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεπιφωνοῦμαι

(나는) 더해지다

προσεπιφωνεῖ, προσεπιφωνῇ

(너는) 더해지다

προσεπιφωνεῖται

(그는) 더해지다

쌍수 προσεπιφωνεῖσθον

(너희 둘은) 더해지다

προσεπιφωνεῖσθον

(그 둘은) 더해지다

복수 προσεπιφωνούμεθα

(우리는) 더해지다

προσεπιφωνεῖσθε

(너희는) 더해지다

προσεπιφωνοῦνται

(그들은) 더해지다

접속법단수 προσεπιφωνῶμαι

(나는) 더해지자

προσεπιφωνῇ

(너는) 더해지자

προσεπιφωνῆται

(그는) 더해지자

쌍수 προσεπιφωνῆσθον

(너희 둘은) 더해지자

προσεπιφωνῆσθον

(그 둘은) 더해지자

복수 προσεπιφωνώμεθα

(우리는) 더해지자

προσεπιφωνῆσθε

(너희는) 더해지자

προσεπιφωνῶνται

(그들은) 더해지자

기원법단수 προσεπιφωνοίμην

(나는) 더해지기를 (바라다)

προσεπιφωνοῖο

(너는) 더해지기를 (바라다)

προσεπιφωνοῖτο

(그는) 더해지기를 (바라다)

쌍수 προσεπιφωνοῖσθον

(너희 둘은) 더해지기를 (바라다)

προσεπιφωνοίσθην

(그 둘은) 더해지기를 (바라다)

복수 προσεπιφωνοίμεθα

(우리는) 더해지기를 (바라다)

προσεπιφωνοῖσθε

(너희는) 더해지기를 (바라다)

προσεπιφωνοῖντο

(그들은) 더해지기를 (바라다)

명령법단수 προσεπιφωνοῦ

(너는) 더해져라

προσεπιφωνείσθω

(그는) 더해져라

쌍수 προσεπιφωνεῖσθον

(너희 둘은) 더해져라

προσεπιφωνείσθων

(그 둘은) 더해져라

복수 προσεπιφωνεῖσθε

(너희는) 더해져라

προσεπιφωνείσθων, προσεπιφωνείσθωσαν

(그들은) 더해져라

부정사 προσεπιφωνεῖσθαι

더해지는 것

분사 남성여성중성
προσεπιφωνουμενος

προσεπιφωνουμενου

προσεπιφωνουμενη

προσεπιφωνουμενης

προσεπιφωνουμενον

προσεπιφωνουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεπιφωνήσω

(나는) 더하겠다

προσεπιφωνήσεις

(너는) 더하겠다

προσεπιφωνήσει

(그는) 더하겠다

쌍수 προσεπιφωνήσετον

(너희 둘은) 더하겠다

προσεπιφωνήσετον

(그 둘은) 더하겠다

복수 προσεπιφωνήσομεν

(우리는) 더하겠다

προσεπιφωνήσετε

(너희는) 더하겠다

προσεπιφωνήσουσιν*

(그들은) 더하겠다

기원법단수 προσεπιφωνήσοιμι

(나는) 더하겠기를 (바라다)

προσεπιφωνήσοις

(너는) 더하겠기를 (바라다)

προσεπιφωνήσοι

(그는) 더하겠기를 (바라다)

쌍수 προσεπιφωνήσοιτον

(너희 둘은) 더하겠기를 (바라다)

προσεπιφωνησοίτην

(그 둘은) 더하겠기를 (바라다)

복수 προσεπιφωνήσοιμεν

(우리는) 더하겠기를 (바라다)

προσεπιφωνήσοιτε

(너희는) 더하겠기를 (바라다)

προσεπιφωνήσοιεν

(그들은) 더하겠기를 (바라다)

부정사 προσεπιφωνήσειν

더할 것

분사 남성여성중성
προσεπιφωνησων

προσεπιφωνησοντος

προσεπιφωνησουσα

προσεπιφωνησουσης

προσεπιφωνησον

προσεπιφωνησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεπιφωνήσομαι

(나는) 더해지겠다

προσεπιφωνήσει, προσεπιφωνήσῃ

(너는) 더해지겠다

προσεπιφωνήσεται

(그는) 더해지겠다

쌍수 προσεπιφωνήσεσθον

(너희 둘은) 더해지겠다

προσεπιφωνήσεσθον

(그 둘은) 더해지겠다

복수 προσεπιφωνησόμεθα

(우리는) 더해지겠다

προσεπιφωνήσεσθε

(너희는) 더해지겠다

προσεπιφωνήσονται

(그들은) 더해지겠다

기원법단수 προσεπιφωνησοίμην

(나는) 더해지겠기를 (바라다)

προσεπιφωνήσοιο

(너는) 더해지겠기를 (바라다)

προσεπιφωνήσοιτο

(그는) 더해지겠기를 (바라다)

쌍수 προσεπιφωνήσοισθον

(너희 둘은) 더해지겠기를 (바라다)

προσεπιφωνησοίσθην

(그 둘은) 더해지겠기를 (바라다)

복수 προσεπιφωνησοίμεθα

(우리는) 더해지겠기를 (바라다)

προσεπιφωνήσοισθε

(너희는) 더해지겠기를 (바라다)

προσεπιφωνήσοιντο

(그들은) 더해지겠기를 (바라다)

부정사 προσεπιφωνήσεσθαι

더해질 것

분사 남성여성중성
προσεπιφωνησομενος

προσεπιφωνησομενου

προσεπιφωνησομενη

προσεπιφωνησομενης

προσεπιφωνησομενον

προσεπιφωνησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεπεφώνουν

(나는) 더하고 있었다

προσεπεφώνεις

(너는) 더하고 있었다

προσεπεφώνειν*

(그는) 더하고 있었다

쌍수 προσεπεφωνεῖτον

(너희 둘은) 더하고 있었다

προσεπεφωνείτην

(그 둘은) 더하고 있었다

복수 προσεπεφωνοῦμεν

(우리는) 더하고 있었다

προσεπεφωνεῖτε

(너희는) 더하고 있었다

προσεπεφώνουν

(그들은) 더하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεπεφωνούμην

(나는) 더해지고 있었다

προσεπεφωνοῦ

(너는) 더해지고 있었다

προσεπεφωνεῖτο

(그는) 더해지고 있었다

쌍수 προσεπεφωνεῖσθον

(너희 둘은) 더해지고 있었다

προσεπεφωνείσθην

(그 둘은) 더해지고 있었다

복수 προσεπεφωνούμεθα

(우리는) 더해지고 있었다

προσεπεφωνεῖσθε

(너희는) 더해지고 있었다

προσεπεφωνοῦντο

(그들은) 더해지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 더하다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION