Ancient Greek-English Dictionary Language

ποδαγρικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ποδαγρικός

Structure: ποδαγρικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from poda/gra

Sense

  1. (of persons) gouty
  2. of or from gout, gouty
  3. for gout

Examples

  • τῶν δὲ Ῥωμαίων εἰσ Βιθυνίαν τρεῖσ ἑλομένων πρέσβεισ, ὧν ὁ μὲν ποδαγρικὸσ ἦν, ὁ δὲ τὴν κεφαλὴν ἐξ ἀνατρήσεωσ καὶ περικοπῆσ κοίλην εἶχεν, ὁ δὲ τρίτοσ ἐδόκει μωρὸσ εἶναι, καταγελῶν ὁ Κάτων εἶπε πρεσβείαν ὑπὸ Ῥωμαίων ἀποστέλλεσθαι μήτε πόδασ μήτε κεφαλὴν μήτε καρδίαν ἔχουσαν. (Plutarch, Marcus Cato, chapter 9 1:1)
  • ἄνθρωποσ ποδαγρικὸσ καὶ τελείωσ ἀδύνατοσ τοῖσ ποσί, καὶ μετὰ τοῦτον Αὖλοσ Μαγκῖνοσ, ὃσ κεραμίδοσ εἰσ τὴν κεφαλὴν ἐμπεσούσησ αὐτῷ τηλικαύτασ καὶ τοσαύτασ οὐλὰσ εἶχε διὰ τῆσ κεφαλῆσ ὥστε θαυμαστὸν εἶναι πῶσ ἐσώθη, καὶ Λεύκιοσ Μαλλέολοσ, ὃσ πάντων ἐδόκει Ῥωμαίων ἀναισθητότατοσ ὑπάρχειν. (Polybius, Histories, book 36, iii. res bithyniae 2:1)

Synonyms

  1. gouty

  2. of or from gout

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION