헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ποδαγρικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ποδαγρικός

형태분석: ποδαγρικ (어간) + ος (어미)

어원: from poda/gra

  1. (of persons) gouty
  2. of or from gout, gouty
  3. for gout

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ποδαγρικός

(이)가

ποδαγρική

(이)가

ποδάγρικον

(것)가

속격 ποδαγρικοῦ

(이)의

ποδαγρικῆς

(이)의

ποδαγρίκου

(것)의

여격 ποδαγρικῷ

(이)에게

ποδαγρικῇ

(이)에게

ποδαγρίκῳ

(것)에게

대격 ποδαγρικόν

(이)를

ποδαγρικήν

(이)를

ποδάγρικον

(것)를

호격 ποδαγρικέ

(이)야

ποδαγρική

(이)야

ποδάγρικον

(것)야

쌍수주/대/호 ποδαγρικώ

(이)들이

ποδαγρικᾱ́

(이)들이

ποδαγρίκω

(것)들이

속/여 ποδαγρικοῖν

(이)들의

ποδαγρικαῖν

(이)들의

ποδαγρίκοιν

(것)들의

복수주격 ποδαγρικοί

(이)들이

ποδαγρικαί

(이)들이

ποδάγρικα

(것)들이

속격 ποδαγρικῶν

(이)들의

ποδαγρικῶν

(이)들의

ποδαγρίκων

(것)들의

여격 ποδαγρικοῖς

(이)들에게

ποδαγρικαῖς

(이)들에게

ποδαγρίκοις

(것)들에게

대격 ποδαγρικούς

(이)들을

ποδαγρικᾱ́ς

(이)들을

ποδάγρικα

(것)들을

호격 ποδαγρικοί

(이)들아

ποδαγρικαί

(이)들아

ποδάγρικα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • "πᾶσα γὰρ ἡδονὴ περὶ ἄρθρα καὶ νεῦρα καὶ πόδασ καὶ χεῖρασ, οἷσ ἐνοικίζεται τὰ δεινὰ πάθη καὶ σχέτλια, ποδαγρικὰ καὶ ῥευματικὰ καὶ φαγεδαινικὰ καὶ διαβρώσεισ καὶ ἀποσήψεισ· (Plutarch, Non posse suaviter vivi secundum Epicurum, section 37)

    (플루타르코스, Non posse suaviter vivi secundum Epicurum, section 37)

  • Τὰ ἐν ἄρθροισιν οἰδήματα καὶ ἀλγήματα, ἄτερ ἕλκεοσ, καὶ ποδαγρικὰ, καὶ σπάσματα, τουτέων τὰ πλεῖστα ψυχρὸν πολλὸν καταχεόμενον Ῥηί̈ζει τε καὶ ἰσχναίνει, καὶ ὀδύνην λύει‧ νάρκη δὲ μετρίη ὀδύνησ λυτική. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., AFORISMOI., 72.25)

    (히포크라테스, Oeuvres Completes D'Hippocrate., AFORISMOI., 72.25)

  • Ὁκόσα ποδαγρικὰ νουσήματα γίνεται, ταῦτα ἀποφλεγμήναντα ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσιν ἀποκαθίσταται. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., AFORISMOI., 60.49)

    (히포크라테스, Oeuvres Completes D'Hippocrate., AFORISMOI., 60.49)

  • Τὰ ποδαγρικὰ τοῦ ἦροσ καὶ τοῦ φθινοπώρου κινέεται ὡσ ἐπὶ τὸ πουλύ. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., AFORISMOI., 60.55)

    (히포크라테스, Oeuvres Completes D'Hippocrate., AFORISMOI., 60.55)

유의어

  1. gouty

  2. of or from gout

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION