헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ποδαγρικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ποδαγρικός

형태분석: ποδαγρικ (어간) + ος (어미)

어원: from poda/gra

  1. (of persons) gouty
  2. of or from gout, gouty
  3. for gout

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ποδαγρικός

(이)가

ποδαγρική

(이)가

ποδάγρικον

(것)가

속격 ποδαγρικοῦ

(이)의

ποδαγρικῆς

(이)의

ποδαγρίκου

(것)의

여격 ποδαγρικῷ

(이)에게

ποδαγρικῇ

(이)에게

ποδαγρίκῳ

(것)에게

대격 ποδαγρικόν

(이)를

ποδαγρικήν

(이)를

ποδάγρικον

(것)를

호격 ποδαγρικέ

(이)야

ποδαγρική

(이)야

ποδάγρικον

(것)야

쌍수주/대/호 ποδαγρικώ

(이)들이

ποδαγρικᾱ́

(이)들이

ποδαγρίκω

(것)들이

속/여 ποδαγρικοῖν

(이)들의

ποδαγρικαῖν

(이)들의

ποδαγρίκοιν

(것)들의

복수주격 ποδαγρικοί

(이)들이

ποδαγρικαί

(이)들이

ποδάγρικα

(것)들이

속격 ποδαγρικῶν

(이)들의

ποδαγρικῶν

(이)들의

ποδαγρίκων

(것)들의

여격 ποδαγρικοῖς

(이)들에게

ποδαγρικαῖς

(이)들에게

ποδαγρίκοις

(것)들에게

대격 ποδαγρικούς

(이)들을

ποδαγρικᾱ́ς

(이)들을

ποδάγρικα

(것)들을

호격 ποδαγρικοί

(이)들아

ποδαγρικαί

(이)들아

ποδάγρικα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τῶν δὲ Ῥωμαίων εἰσ Βιθυνίαν τρεῖσ ἑλομένων πρέσβεισ, ὧν ὁ μὲν ποδαγρικὸσ ἦν, ὁ δὲ τὴν κεφαλὴν ἐξ ἀνατρήσεωσ καὶ περικοπῆσ κοίλην εἶχεν, ὁ δὲ τρίτοσ ἐδόκει μωρὸσ εἶναι, καταγελῶν ὁ Κάτων εἶπε πρεσβείαν ὑπὸ Ῥωμαίων ἀποστέλλεσθαι μήτε πόδασ μήτε κεφαλὴν μήτε καρδίαν ἔχουσαν. (Plutarch, Marcus Cato, chapter 9 1:1)

    (플루타르코스, Marcus Cato, chapter 9 1:1)

  • ἄνθρωποσ ποδαγρικὸσ καὶ τελείωσ ἀδύνατοσ τοῖσ ποσί, καὶ μετὰ τοῦτον Αὖλοσ Μαγκῖνοσ, ὃσ κεραμίδοσ εἰσ τὴν κεφαλὴν ἐμπεσούσησ αὐτῷ τηλικαύτασ καὶ τοσαύτασ οὐλὰσ εἶχε διὰ τῆσ κεφαλῆσ ὥστε θαυμαστὸν εἶναι πῶσ ἐσώθη, καὶ Λεύκιοσ Μαλλέολοσ, ὃσ πάντων ἐδόκει Ῥωμαίων ἀναισθητότατοσ ὑπάρχειν. (Polybius, Histories, book 36, iii. res bithyniae 2:1)

    (폴리비오스, Histories, book 36, iii. res bithyniae 2:1)

유의어

  1. gouty

  2. of or from gout

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION