헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παραναλίσκω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παραναλίσκω παραναλώσω

형태분석: παρ (접두사) + ἀναλίσκ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 낭비하다, 헤프게 쓰다, 뿌리다, 놓치다, 무절제하게 소모하다
  1. to spend amiss, to waste, squander, to be sacrificed uselessly

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραναλίσκω

(나는) 낭비한다

παραναλίσκεις

(너는) 낭비한다

παραναλίσκει

(그는) 낭비한다

쌍수 παραναλίσκετον

(너희 둘은) 낭비한다

παραναλίσκετον

(그 둘은) 낭비한다

복수 παραναλίσκομεν

(우리는) 낭비한다

παραναλίσκετε

(너희는) 낭비한다

παραναλίσκουσιν*

(그들은) 낭비한다

접속법단수 παραναλίσκω

(나는) 낭비하자

παραναλίσκῃς

(너는) 낭비하자

παραναλίσκῃ

(그는) 낭비하자

쌍수 παραναλίσκητον

(너희 둘은) 낭비하자

παραναλίσκητον

(그 둘은) 낭비하자

복수 παραναλίσκωμεν

(우리는) 낭비하자

παραναλίσκητε

(너희는) 낭비하자

παραναλίσκωσιν*

(그들은) 낭비하자

기원법단수 παραναλίσκοιμι

(나는) 낭비하기를 (바라다)

παραναλίσκοις

(너는) 낭비하기를 (바라다)

παραναλίσκοι

(그는) 낭비하기를 (바라다)

쌍수 παραναλίσκοιτον

(너희 둘은) 낭비하기를 (바라다)

παραναλισκοίτην

(그 둘은) 낭비하기를 (바라다)

복수 παραναλίσκοιμεν

(우리는) 낭비하기를 (바라다)

παραναλίσκοιτε

(너희는) 낭비하기를 (바라다)

παραναλίσκοιεν

(그들은) 낭비하기를 (바라다)

명령법단수 παρανάλισκε

(너는) 낭비해라

παραναλισκέτω

(그는) 낭비해라

쌍수 παραναλίσκετον

(너희 둘은) 낭비해라

παραναλισκέτων

(그 둘은) 낭비해라

복수 παραναλίσκετε

(너희는) 낭비해라

παραναλισκόντων, παραναλισκέτωσαν

(그들은) 낭비해라

부정사 παραναλίσκειν

낭비하는 것

분사 남성여성중성
παραναλισκων

παραναλισκοντος

παραναλισκουσα

παραναλισκουσης

παραναλισκον

παραναλισκοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραναλίσκομαι

(나는) 낭비된다

παραναλίσκει, παραναλίσκῃ

(너는) 낭비된다

παραναλίσκεται

(그는) 낭비된다

쌍수 παραναλίσκεσθον

(너희 둘은) 낭비된다

παραναλίσκεσθον

(그 둘은) 낭비된다

복수 παραναλισκόμεθα

(우리는) 낭비된다

παραναλίσκεσθε

(너희는) 낭비된다

παραναλίσκονται

(그들은) 낭비된다

접속법단수 παραναλίσκωμαι

(나는) 낭비되자

παραναλίσκῃ

(너는) 낭비되자

παραναλίσκηται

(그는) 낭비되자

쌍수 παραναλίσκησθον

(너희 둘은) 낭비되자

παραναλίσκησθον

(그 둘은) 낭비되자

복수 παραναλισκώμεθα

(우리는) 낭비되자

παραναλίσκησθε

(너희는) 낭비되자

παραναλίσκωνται

(그들은) 낭비되자

기원법단수 παραναλισκοίμην

(나는) 낭비되기를 (바라다)

παραναλίσκοιο

(너는) 낭비되기를 (바라다)

παραναλίσκοιτο

(그는) 낭비되기를 (바라다)

쌍수 παραναλίσκοισθον

(너희 둘은) 낭비되기를 (바라다)

παραναλισκοίσθην

(그 둘은) 낭비되기를 (바라다)

복수 παραναλισκοίμεθα

(우리는) 낭비되기를 (바라다)

παραναλίσκοισθε

(너희는) 낭비되기를 (바라다)

παραναλίσκοιντο

(그들은) 낭비되기를 (바라다)

명령법단수 παραναλίσκου

(너는) 낭비되어라

παραναλισκέσθω

(그는) 낭비되어라

쌍수 παραναλίσκεσθον

(너희 둘은) 낭비되어라

παραναλισκέσθων

(그 둘은) 낭비되어라

복수 παραναλίσκεσθε

(너희는) 낭비되어라

παραναλισκέσθων, παραναλισκέσθωσαν

(그들은) 낭비되어라

부정사 παραναλίσκεσθαι

낭비되는 것

분사 남성여성중성
παραναλισκομενος

παραναλισκομενου

παραναλισκομενη

παραναλισκομενης

παραναλισκομενον

παραναλισκομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραναλώσω

(나는) 낭비하겠다

παραναλώσεις

(너는) 낭비하겠다

παραναλώσει

(그는) 낭비하겠다

쌍수 παραναλώσετον

(너희 둘은) 낭비하겠다

παραναλώσετον

(그 둘은) 낭비하겠다

복수 παραναλώσομεν

(우리는) 낭비하겠다

παραναλώσετε

(너희는) 낭비하겠다

παραναλώσουσιν*

(그들은) 낭비하겠다

기원법단수 παραναλώσοιμι

(나는) 낭비하겠기를 (바라다)

παραναλώσοις

(너는) 낭비하겠기를 (바라다)

παραναλώσοι

(그는) 낭비하겠기를 (바라다)

쌍수 παραναλώσοιτον

(너희 둘은) 낭비하겠기를 (바라다)

παραναλωσοίτην

(그 둘은) 낭비하겠기를 (바라다)

복수 παραναλώσοιμεν

(우리는) 낭비하겠기를 (바라다)

παραναλώσοιτε

(너희는) 낭비하겠기를 (바라다)

παραναλώσοιεν

(그들은) 낭비하겠기를 (바라다)

부정사 παραναλώσειν

낭비할 것

분사 남성여성중성
παραναλωσων

παραναλωσοντος

παραναλωσουσα

παραναλωσουσης

παραναλωσον

παραναλωσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραναλώσομαι

(나는) 낭비되겠다

παραναλώσει, παραναλώσῃ

(너는) 낭비되겠다

παραναλώσεται

(그는) 낭비되겠다

쌍수 παραναλώσεσθον

(너희 둘은) 낭비되겠다

παραναλώσεσθον

(그 둘은) 낭비되겠다

복수 παραναλωσόμεθα

(우리는) 낭비되겠다

παραναλώσεσθε

(너희는) 낭비되겠다

παραναλώσονται

(그들은) 낭비되겠다

기원법단수 παραναλωσοίμην

(나는) 낭비되겠기를 (바라다)

παραναλώσοιο

(너는) 낭비되겠기를 (바라다)

παραναλώσοιτο

(그는) 낭비되겠기를 (바라다)

쌍수 παραναλώσοισθον

(너희 둘은) 낭비되겠기를 (바라다)

παραναλωσοίσθην

(그 둘은) 낭비되겠기를 (바라다)

복수 παραναλωσοίμεθα

(우리는) 낭비되겠기를 (바라다)

παραναλώσοισθε

(너희는) 낭비되겠기를 (바라다)

παραναλώσοιντο

(그들은) 낭비되겠기를 (바라다)

부정사 παραναλώσεσθαι

낭비될 것

분사 남성여성중성
παραναλωσομενος

παραναλωσομενου

παραναλωσομενη

παραναλωσομενης

παραναλωσομενον

παραναλωσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρήναλισκον

(나는) 낭비하고 있었다

παρήναλισκες

(너는) 낭비하고 있었다

παρήναλισκεν*

(그는) 낭비하고 있었다

쌍수 παρηνᾶλισκετον

(너희 둘은) 낭비하고 있었다

παρηνάλισκετην

(그 둘은) 낭비하고 있었다

복수 παρηνᾶλισκομεν

(우리는) 낭비하고 있었다

παρηνᾶλισκετε

(너희는) 낭비하고 있었다

παρήναλισκον

(그들은) 낭비하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρηνάλισκομην

(나는) 낭비되고 있었다

παρηνᾶλισκου

(너는) 낭비되고 있었다

παρηνᾶλισκετο

(그는) 낭비되고 있었다

쌍수 παρηνᾶλισκεσθον

(너희 둘은) 낭비되고 있었다

παρηνάλισκεσθην

(그 둘은) 낭비되고 있었다

복수 παρηνάλισκομεθα

(우리는) 낭비되고 있었다

παρηνᾶλισκεσθε

(너희는) 낭비되고 있었다

παρηνᾶλισκοντο

(그들은) 낭비되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION