ὀπη
First declension Noun; Feminine
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ὀπη
Structure:
ὀπ
(Stem)
+
η
(Ending)
Sense
- an opening, hole
- a hole in the roof
Declension
First declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- τοῦτο μὲν σὸν ἂν εἰή τοῦ δικαστοῦ, καὶ πρόσταττε ὅπη καὶ θέλεισ. (Lucian, Dearum judicium, (no name) 9:7)
- ὅπη καὶ θέλω; (Lucian, Dearum judicium, (no name) 9:8)
- ἀλλ’ ὅμωσ οἱ μάταιοι καὶ βοῶσι καὶ μεταστειλάμενοί τινα θρήνων σοφιστὴν πολλὰσ συνειλοχότα παλαιὰσ συμφορὰσ τούτῳ συναγωνιστῇ καὶ χορηγῷ τῆσ ἀνοίασ καταχρῶνται, ὅπη ἂν ἐκεῖνοσ ἐξάρχῃ πρὸσ τὸ μέλοσ ἐπαιάζοντεσ. (Lucian, (no name) 18:3)
- μᾶλλον δέ, εἰ δοκεῖ, αὐτὸσ παρελθὼν ὁ λόγοσ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καθάπερ ἐν δικασταῖσ ὑμῖν εἰπάτω, ὅπῃ λυσιτελέστερον ἡγεῖται τῷ λέγοντι εὐτέλειαν οἴκου καὶ ἀμορφίαν. (Lucian, De Domo, (no name) 14:2)
- τὼ νεανία τὼ ἑταίρω Πυλάδησ τε ὁ Φωκεὺσ καὶ Ὀρέστησ δοκῶν ἤδη τεθνάναι λαθόντ’ ἐσ τὰ βασίλεια παρελθόντε φονεύουσιν ἄμφω τὸν Αἴγισθον ἡ δὲ Κλυταιμήστρα ἤδη ἀνῄρηται καὶ ἐπ’ εὐνῆσ τινοσ ἡμίγυμνοσ πρόκειται καὶ θεραπεία πᾶσα ἐκπεπληγμένοι τὸ ἔργον οἱ μὲν ὥσπερ βοῶσιν, οἱ δέ τινεσ ὅπῃ φύγωσι περιβλέπουσι. (Lucian, De Domo, (no name) 23:2)
Synonyms
-
an opening
-
a hole in the roof