헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μεγαλοφροσύνη

1군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μεγαλοφροσύνη

형태분석: μεγαλοφροσυν (어간) + η (어미)

어원: from megalo/frwn

  1. 자부심, 거만, 오만
  1. greatness of mind, magnanimously
  2. pride, arrogance

곡용 정보

1군 변화

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ μὴν τήν γε πρὸσ χρήματα μεγαλοφροσύνην ὁ μὲν τῷ μηδὲν λαβεῖν παρὰ τῶν διδόντων, ὁ δὲ τῷ προέσθαι πολλὰ τοῖσ δεομένοισ ἐπεδείξατο, λυσάμενοσ τοῖσ ἰδίοισ χρήμασι τοὺσ αἰχμαλώτουσ. (Plutarch, Comparison of Pericles and Fabius Maximus, chapter 3 3:3)

    (플루타르코스, Comparison of Pericles and Fabius Maximus, chapter 3 3:3)

  • πραότητα μὲν οὖν καὶ ἀνεξικακίαν οὕτωσ ἔστιν ἐνεπιδείξασθαι ταῖσ ἔχθραισ, ἁπλότητα δὲ καὶ μεγαλοφροσύνην καὶ χρηστότητα μᾶλλον ἐν ταῖσ φιλίαισ. (Plutarch, De capienda ex inimicis utilitate, chapter, section 91)

    (플루타르코스, De capienda ex inimicis utilitate, chapter, section 91)

  • πλοῦτον μὲν Σκοπαδῶν, μεγαλοφροσύνην δὲ Κίμωνοσ, νίκασ δ’ Ἀρκεσίλα τοῦ Λακεδαιμονίου. (Plutarch, , chapter 10 5:2)

    (플루타르코스, , chapter 10 5:2)

  • ἀκούσασ γὰρ ὅτι τοῖσ πολλοῖσ ἁμαρτάνειν ἐδόκει τῶν φίλων διεξιόντων, οὐκ ἐφιλονείκησεν, οὐδ’ ἠγανάκτησεν, ἀλλὰ ταχὺ πολλοὺσ συναγαγὼν τεχνίτασ ἔτι νυκτὸσ οὔσησ κατέβαλε τὴν οἰκίαν καὶ κατέσκαψεν εἰσ ἔδαφοσ πᾶσαν, ὥστε μεθ’ ἡμέραν τούσ Ῥωμαίουσ ὁρῶντασ καὶ συνισταμένουσ τοῦ μὲν ἀνδρὸσ ἀγαπᾶν καὶ θαυμάζειν τὴν μεγαλοφροσύνην, ἄχθεσθαι δὲ τῆσ οἰκίασ καὶ ποθεῖν τὸ μέγεθοσ καὶ τὸ κάλλοσ, ὥσπερ ἀνθρώπου, διὰ φθόνον οὐ δικαίωσ καταλελυμένησ, τοῦ δὲ ἄρχοντοσ, ὥσπερ ἀνεστίου, παρ’ ἑτέροισ οἰκοῦντοσ. (Plutarch, Publicola, chapter 10 3:2)

    (플루타르코스, Publicola, chapter 10 3:2)

  • ὁ δὲ Πορσίνασ διαλλαγεὶσ τοῖσ Ῥωμαίοισ ἄλλην τε ἑαυτοῦ πολλὴν μεγαλοφροσύνην ἐπεδείξατο τῇ πόλει, καὶ τὰ ὅπλα τοὺσ Τυρρηνοὺσ ἀναλαβεῖν κελεύσασ, ἄλλο δὲ μηδέν, ἀλλ’ ἐκλείπειν τὸν χάρακα σίτου τε πολλοῦ καὶ χρημάτων γέμοντα παντοδαπῶν, παρέδωκε τοῖσ Ῥωμαίοισ. (Plutarch, Publicola, chapter 19 5:3)

    (플루타르코스, Publicola, chapter 19 5:3)

유의어

  1. greatness of mind

  2. 자부심

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION