헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κυνοδρομέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κυνοδρομέω κυνοδρομήσω

형태분석: κυνοδρομέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: dro/mos

  1. to run with dogs

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυνοδρομῶ

κυνοδρομεῖς

κυνοδρομεῖ

쌍수 κυνοδρομεῖτον

κυνοδρομεῖτον

복수 κυνοδρομοῦμεν

κυνοδρομεῖτε

κυνοδρομοῦσιν*

접속법단수 κυνοδρομῶ

κυνοδρομῇς

κυνοδρομῇ

쌍수 κυνοδρομῆτον

κυνοδρομῆτον

복수 κυνοδρομῶμεν

κυνοδρομῆτε

κυνοδρομῶσιν*

기원법단수 κυνοδρομοῖμι

κυνοδρομοῖς

κυνοδρομοῖ

쌍수 κυνοδρομοῖτον

κυνοδρομοίτην

복수 κυνοδρομοῖμεν

κυνοδρομοῖτε

κυνοδρομοῖεν

명령법단수 κυνοδρόμει

κυνοδρομείτω

쌍수 κυνοδρομεῖτον

κυνοδρομείτων

복수 κυνοδρομεῖτε

κυνοδρομούντων, κυνοδρομείτωσαν

부정사 κυνοδρομεῖν

분사 남성여성중성
κυνοδρομων

κυνοδρομουντος

κυνοδρομουσα

κυνοδρομουσης

κυνοδρομουν

κυνοδρομουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυνοδρομοῦμαι

κυνοδρομεῖ, κυνοδρομῇ

κυνοδρομεῖται

쌍수 κυνοδρομεῖσθον

κυνοδρομεῖσθον

복수 κυνοδρομούμεθα

κυνοδρομεῖσθε

κυνοδρομοῦνται

접속법단수 κυνοδρομῶμαι

κυνοδρομῇ

κυνοδρομῆται

쌍수 κυνοδρομῆσθον

κυνοδρομῆσθον

복수 κυνοδρομώμεθα

κυνοδρομῆσθε

κυνοδρομῶνται

기원법단수 κυνοδρομοίμην

κυνοδρομοῖο

κυνοδρομοῖτο

쌍수 κυνοδρομοῖσθον

κυνοδρομοίσθην

복수 κυνοδρομοίμεθα

κυνοδρομοῖσθε

κυνοδρομοῖντο

명령법단수 κυνοδρομοῦ

κυνοδρομείσθω

쌍수 κυνοδρομεῖσθον

κυνοδρομείσθων

복수 κυνοδρομεῖσθε

κυνοδρομείσθων, κυνοδρομείσθωσαν

부정사 κυνοδρομεῖσθαι

분사 남성여성중성
κυνοδρομουμενος

κυνοδρομουμενου

κυνοδρομουμενη

κυνοδρομουμενης

κυνοδρομουμενον

κυνοδρομουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυνοδρομήσω

κυνοδρομήσεις

κυνοδρομήσει

쌍수 κυνοδρομήσετον

κυνοδρομήσετον

복수 κυνοδρομήσομεν

κυνοδρομήσετε

κυνοδρομήσουσιν*

기원법단수 κυνοδρομήσοιμι

κυνοδρομήσοις

κυνοδρομήσοι

쌍수 κυνοδρομήσοιτον

κυνοδρομησοίτην

복수 κυνοδρομήσοιμεν

κυνοδρομήσοιτε

κυνοδρομήσοιεν

부정사 κυνοδρομήσειν

분사 남성여성중성
κυνοδρομησων

κυνοδρομησοντος

κυνοδρομησουσα

κυνοδρομησουσης

κυνοδρομησον

κυνοδρομησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κυνοδρομήσομαι

κυνοδρομήσει, κυνοδρομήσῃ

κυνοδρομήσεται

쌍수 κυνοδρομήσεσθον

κυνοδρομήσεσθον

복수 κυνοδρομησόμεθα

κυνοδρομήσεσθε

κυνοδρομήσονται

기원법단수 κυνοδρομησοίμην

κυνοδρομήσοιο

κυνοδρομήσοιτο

쌍수 κυνοδρομήσοισθον

κυνοδρομησοίσθην

복수 κυνοδρομησοίμεθα

κυνοδρομήσοισθε

κυνοδρομήσοιντο

부정사 κυνοδρομήσεσθαι

분사 남성여성중성
κυνοδρομησομενος

κυνοδρομησομενου

κυνοδρομησομενη

κυνοδρομησομενης

κυνοδρομησομενον

κυνοδρομησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to run with dogs

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION