헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

καταχωρίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: καταχωρίζω καταχωριῶ

형태분석: κατα (접두사) + χωρίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 들어서다
  1. to set in a place, place in position, to take up a position

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταχωρίζω

(나는) 들어선다

καταχωρίζεις

(너는) 들어선다

καταχωρίζει

(그는) 들어선다

쌍수 καταχωρίζετον

(너희 둘은) 들어선다

καταχωρίζετον

(그 둘은) 들어선다

복수 καταχωρίζομεν

(우리는) 들어선다

καταχωρίζετε

(너희는) 들어선다

καταχωρίζουσιν*

(그들은) 들어선다

접속법단수 καταχωρίζω

(나는) 들어서자

καταχωρίζῃς

(너는) 들어서자

καταχωρίζῃ

(그는) 들어서자

쌍수 καταχωρίζητον

(너희 둘은) 들어서자

καταχωρίζητον

(그 둘은) 들어서자

복수 καταχωρίζωμεν

(우리는) 들어서자

καταχωρίζητε

(너희는) 들어서자

καταχωρίζωσιν*

(그들은) 들어서자

기원법단수 καταχωρίζοιμι

(나는) 들어서기를 (바라다)

καταχωρίζοις

(너는) 들어서기를 (바라다)

καταχωρίζοι

(그는) 들어서기를 (바라다)

쌍수 καταχωρίζοιτον

(너희 둘은) 들어서기를 (바라다)

καταχωριζοίτην

(그 둘은) 들어서기를 (바라다)

복수 καταχωρίζοιμεν

(우리는) 들어서기를 (바라다)

καταχωρίζοιτε

(너희는) 들어서기를 (바라다)

καταχωρίζοιεν

(그들은) 들어서기를 (바라다)

명령법단수 καταχώριζε

(너는) 들어서라

καταχωριζέτω

(그는) 들어서라

쌍수 καταχωρίζετον

(너희 둘은) 들어서라

καταχωριζέτων

(그 둘은) 들어서라

복수 καταχωρίζετε

(너희는) 들어서라

καταχωριζόντων, καταχωριζέτωσαν

(그들은) 들어서라

부정사 καταχωρίζειν

들어서는 것

분사 남성여성중성
καταχωριζων

καταχωριζοντος

καταχωριζουσα

καταχωριζουσης

καταχωριζον

καταχωριζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταχωρίζομαι

(나는) 들어서여진다

καταχωρίζει, καταχωρίζῃ

(너는) 들어서여진다

καταχωρίζεται

(그는) 들어서여진다

쌍수 καταχωρίζεσθον

(너희 둘은) 들어서여진다

καταχωρίζεσθον

(그 둘은) 들어서여진다

복수 καταχωριζόμεθα

(우리는) 들어서여진다

καταχωρίζεσθε

(너희는) 들어서여진다

καταχωρίζονται

(그들은) 들어서여진다

접속법단수 καταχωρίζωμαι

(나는) 들어서여지자

καταχωρίζῃ

(너는) 들어서여지자

καταχωρίζηται

(그는) 들어서여지자

쌍수 καταχωρίζησθον

(너희 둘은) 들어서여지자

καταχωρίζησθον

(그 둘은) 들어서여지자

복수 καταχωριζώμεθα

(우리는) 들어서여지자

καταχωρίζησθε

(너희는) 들어서여지자

καταχωρίζωνται

(그들은) 들어서여지자

기원법단수 καταχωριζοίμην

(나는) 들어서여지기를 (바라다)

καταχωρίζοιο

(너는) 들어서여지기를 (바라다)

καταχωρίζοιτο

(그는) 들어서여지기를 (바라다)

쌍수 καταχωρίζοισθον

(너희 둘은) 들어서여지기를 (바라다)

καταχωριζοίσθην

(그 둘은) 들어서여지기를 (바라다)

복수 καταχωριζοίμεθα

(우리는) 들어서여지기를 (바라다)

καταχωρίζοισθε

(너희는) 들어서여지기를 (바라다)

καταχωρίζοιντο

(그들은) 들어서여지기를 (바라다)

명령법단수 καταχωρίζου

(너는) 들어서여져라

καταχωριζέσθω

(그는) 들어서여져라

쌍수 καταχωρίζεσθον

(너희 둘은) 들어서여져라

καταχωριζέσθων

(그 둘은) 들어서여져라

복수 καταχωρίζεσθε

(너희는) 들어서여져라

καταχωριζέσθων, καταχωριζέσθωσαν

(그들은) 들어서여져라

부정사 καταχωρίζεσθαι

들어서여지는 것

분사 남성여성중성
καταχωριζομενος

καταχωριζομενου

καταχωριζομενη

καταχωριζομενης

καταχωριζομενον

καταχωριζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταχωρίω

(나는) 들어서겠다

καταχωρίεις

(너는) 들어서겠다

καταχωρίει

(그는) 들어서겠다

쌍수 καταχωρίειτον

(너희 둘은) 들어서겠다

καταχωρίειτον

(그 둘은) 들어서겠다

복수 καταχωρίουμεν

(우리는) 들어서겠다

καταχωρίειτε

(너희는) 들어서겠다

καταχωρίουσιν*

(그들은) 들어서겠다

기원법단수 καταχωρίοιμι

(나는) 들어서겠기를 (바라다)

καταχωρίοις

(너는) 들어서겠기를 (바라다)

καταχωρίοι

(그는) 들어서겠기를 (바라다)

쌍수 καταχωρίοιτον

(너희 둘은) 들어서겠기를 (바라다)

καταχωριοίτην

(그 둘은) 들어서겠기를 (바라다)

복수 καταχωρίοιμεν

(우리는) 들어서겠기를 (바라다)

καταχωρίοιτε

(너희는) 들어서겠기를 (바라다)

καταχωρίοιεν

(그들은) 들어서겠기를 (바라다)

부정사 καταχωρίειν

들어설 것

분사 남성여성중성
καταχωριων

καταχωριουντος

καταχωριουσα

καταχωριουσης

καταχωριουν

καταχωριουντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταχωρίουμαι

(나는) 들어서여지겠다

καταχωρίει, καταχωρίῃ

(너는) 들어서여지겠다

καταχωρίειται

(그는) 들어서여지겠다

쌍수 καταχωρίεισθον

(너희 둘은) 들어서여지겠다

καταχωρίεισθον

(그 둘은) 들어서여지겠다

복수 καταχωριοῦμεθα

(우리는) 들어서여지겠다

καταχωρίεισθε

(너희는) 들어서여지겠다

καταχωρίουνται

(그들은) 들어서여지겠다

기원법단수 καταχωριοίμην

(나는) 들어서여지겠기를 (바라다)

καταχωρίοιο

(너는) 들어서여지겠기를 (바라다)

καταχωρίοιτο

(그는) 들어서여지겠기를 (바라다)

쌍수 καταχωρίοισθον

(너희 둘은) 들어서여지겠기를 (바라다)

καταχωριοίσθην

(그 둘은) 들어서여지겠기를 (바라다)

복수 καταχωριοίμεθα

(우리는) 들어서여지겠기를 (바라다)

καταχωρίοισθε

(너희는) 들어서여지겠기를 (바라다)

καταχωρίοιντο

(그들은) 들어서여지겠기를 (바라다)

부정사 καταχωρίεισθαι

들어서여질 것

분사 남성여성중성
καταχωριουμενος

καταχωριουμενου

καταχωριουμενη

καταχωριουμενης

καταχωριουμενον

καταχωριουμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεχώριζον

(나는) 들어서고 있었다

κατεχώριζες

(너는) 들어서고 있었다

κατεχώριζεν*

(그는) 들어서고 있었다

쌍수 κατεχωρίζετον

(너희 둘은) 들어서고 있었다

κατεχωριζέτην

(그 둘은) 들어서고 있었다

복수 κατεχωρίζομεν

(우리는) 들어서고 있었다

κατεχωρίζετε

(너희는) 들어서고 있었다

κατεχώριζον

(그들은) 들어서고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεχωριζόμην

(나는) 들어서여지고 있었다

κατεχωρίζου

(너는) 들어서여지고 있었다

κατεχωρίζετο

(그는) 들어서여지고 있었다

쌍수 κατεχωρίζεσθον

(너희 둘은) 들어서여지고 있었다

κατεχωριζέσθην

(그 둘은) 들어서여지고 있었다

복수 κατεχωριζόμεθα

(우리는) 들어서여지고 있었다

κατεχωρίζεσθε

(너희는) 들어서여지고 있었다

κατεχωρίζοντο

(그들은) 들어서여지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὥσπερ δὲ οἱ περὶ τὰ ἐπιτήδεια θεράποντεσ χώραν εἶχον τὴν προσήκουσαν ἕκαστοι, οὕτω καὶ οἱ ὁπλοφόροι αὐτῷ ἐν τῇ στρατοπεδεύσει χώραν τε εἶχον τὴν τῇ ὁπλίσει ἑκάστῃ ἐπιτηδείαν, καὶ ᾔδεσαν ταύτην ὁποία ἦν, καὶ ἐπ’ ἀναμφισβήτητον πάντεσ κατεχωρίζοντο. (Xenophon, Cyropaedia, , chapter 5 7:1)

    (크세노폰, Cyropaedia, , chapter 5 7:1)

유의어

  1. 들어서다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION