ἔρομαι
Non-contract Verb;
이상동사
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἔρομαι
Structure:
έ̓ρ
(Stem)
+
ομαι
(Ending)
Sense
- to ask, enquire
- to learn by enquiry, to ask after or for
- to enquire of, question
- to ask, about
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ἀρχὴν γὰρ οὐδὲ τὸν ἔλεγχον δέχονται, ἢν ἔρηταί τισ οὑτωσὶ κοσμίωσ καὶ κατὰ βραχύ, ἀλλ’ εὐθὺσ βοῶσιν καὶ ἐπὶ τὴν ἀκρόπολιν τὴν ἑαυτῶν ἀναφεύγουσι, τὴν λοιδορίαν, καὶ πρόχειρον τὸ ξύλον. (Lucian, Fugitivi, (no name) 15:2)
- ἢν δέ ποτε καὶ τὰ ἄριστα πράξῃσ, καὶ ἴδῃ σε καὶ προσκαλέσασ ἔρηταί τι ὧν ἂν τύχῃ, τότε δὴ τότε πολὺσ μὲν ὁ ἱδρώσ, ἀθρόοσ δὲ ὁ ἴλιγγοσ καὶ τρόμοσ ἄκαιροσ καὶ γέλωσ τῶν παρόντων ἐπὶ τῇ ἀπορίᾳ. (Lucian, De mercede, (no name) 11:1)
- αὐτὸσ μὲν οὖν μαγικήν τινα ἐνέδυ στολὴν τὰ πολλὰ ἐοικυῖαν τῇ Μηδικῇ, ἐμὲ δὲ τουτοισὶ φέρων ἐνεσκεύασε, τῷ πίλῳ καὶ τῇ λεοντῇ καὶ προσέτι τῇ λύρᾳ, καὶ παρεκελεύσατο, ἤν τισ ἔρηταί με τοὔνομα, Μένιππον μὴ λέγειν, Ἡρακλέα δὲ ἢ Ὀδυσσέα ἢ Ὀρφέα. (Lucian, Necyomantia, (no name) 8:1)
- ἐπειδὰν γὰρ ἐπιστὰσ κειμένοισ ἔρηται ὅθεν εἰσεληλύθασιν εἰσ τὸ σῶμα, ὁ μὲν νοσῶν αὐτὸσ σιωπᾷ, ὁ δαίμων δὲ ἀποκρίνεται, ἑλληνίζων ἢ βαρβαρίζων ὁπόθεν ἂν αὐτὸσ ᾖ, ὅπωσ τε καὶ ὅθεν εἰσῆλθεν εἰσ τὸν ἄνθρωπον ὁ δὲ ὁρ́κουσ ἐπάγων, εἰ δὲ μὴ πεισθείη, καὶ ἀπειλῶν ἐξελαύνει τὸν δαίμονα. (Lucian, Philopsuedes sive incredulus, (no name) 13:8)
- κἄν τίσ σ’ ἔρηται τίνοσ ἕκατί νιν κτενεῖσ, λέξον, τί φήσεισ; (Euripides, Iphigenia in Aulis, episode 1:11)
Synonyms
-
to ask
-
to enquire of
-
to ask
- ἀνέρομαι (to ask about)
- ἀνέρομαι (to ask, about)
- μεταλλάω (to ask about or after)
- μεταλλάω (to ask, about, ask)
- ἐρωτάω (to ask about a thing)
- πυνθάνομαι ( I hear about, ask about)
- ἐρέω (to ask, enquire, about)
- ἐρωτάω (to ask)
- ἐρεείνω (to ask, to ask of, to ask)
- πυνθάνομαι ( I ask)
- ἀνερωτάω (to ask about, inquire into)
- αἰτέω ( to ask one to do)
- ἀνιστορέω (to make inquiry into, ask about, to ask)
- ἐπαιτέω (to ask besides)
- προσερέσθαι (to ask besides)
- προσερωτάω (to ask besides)
- ἐργασείω (to be about to do)
- ἀντέρομαι (to ask in turn)