Ancient Greek-English Dictionary Language


Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἐγκυλίνδω ἐγκυλίσω

Structure: ἐγ (Prefix) + κυλίνδ (Stem) + ω (Ending)


  1. to roll up in, to be involved in


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἐγκυλίνδω ἐγκυλίνδεις ἐγκυλίνδει
Dual ἐγκυλίνδετον ἐγκυλίνδετον
Plural ἐγκυλίνδομεν ἐγκυλίνδετε ἐγκυλίνδουσιν*
SubjunctiveSingular ἐγκυλίνδω ἐγκυλίνδῃς ἐγκυλίνδῃ
Dual ἐγκυλίνδητον ἐγκυλίνδητον
Plural ἐγκυλίνδωμεν ἐγκυλίνδητε ἐγκυλίνδωσιν*
OptativeSingular ἐγκυλίνδοιμι ἐγκυλίνδοις ἐγκυλίνδοι
Dual ἐγκυλίνδοιτον ἐγκυλινδοίτην
Plural ἐγκυλίνδοιμεν ἐγκυλίνδοιτε ἐγκυλίνδοιεν
ImperativeSingular ἐγκύλινδε ἐγκυλινδέτω
Dual ἐγκυλίνδετον ἐγκυλινδέτων
Plural ἐγκυλίνδετε ἐγκυλινδόντων, ἐγκυλινδέτωσαν
Infinitive ἐγκυλίνδειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἐγκυλινδων ἐγκυλινδοντος ἐγκυλινδουσα ἐγκυλινδουσης ἐγκυλινδον ἐγκυλινδοντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἐγκυλίνδομαι ἐγκυλίνδει, ἐγκυλίνδῃ ἐγκυλίνδεται
Dual ἐγκυλίνδεσθον ἐγκυλίνδεσθον
Plural ἐγκυλινδόμεθα ἐγκυλίνδεσθε ἐγκυλίνδονται
SubjunctiveSingular ἐγκυλίνδωμαι ἐγκυλίνδῃ ἐγκυλίνδηται
Dual ἐγκυλίνδησθον ἐγκυλίνδησθον
Plural ἐγκυλινδώμεθα ἐγκυλίνδησθε ἐγκυλίνδωνται
OptativeSingular ἐγκυλινδοίμην ἐγκυλίνδοιο ἐγκυλίνδοιτο
Dual ἐγκυλίνδοισθον ἐγκυλινδοίσθην
Plural ἐγκυλινδοίμεθα ἐγκυλίνδοισθε ἐγκυλίνδοιντο
ImperativeSingular ἐγκυλίνδου ἐγκυλινδέσθω
Dual ἐγκυλίνδεσθον ἐγκυλινδέσθων
Plural ἐγκυλίνδεσθε ἐγκυλινδέσθων, ἐγκυλινδέσθωσαν
Infinitive ἐγκυλίνδεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἐγκυλινδομενος ἐγκυλινδομενου ἐγκυλινδομενη ἐγκυλινδομενης ἐγκυλινδομενον ἐγκυλινδομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  1. to roll up in


Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool