헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διαπτύσσω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διαπτύσσω διαπτύξω

형태분석: δια (접두사) + πτύσς (어간) + ω (인칭어미)

  1. 밝히다, 펼쳐지다, 펴다, 전개되다
  1. to open and spread out, to unfold, disclose

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαπτύσσω

(나는) 밝힌다

διαπτύσσεις

(너는) 밝힌다

διαπτύσσει

(그는) 밝힌다

쌍수 διαπτύσσετον

(너희 둘은) 밝힌다

διαπτύσσετον

(그 둘은) 밝힌다

복수 διαπτύσσομεν

(우리는) 밝힌다

διαπτύσσετε

(너희는) 밝힌다

διαπτύσσουσιν*

(그들은) 밝힌다

접속법단수 διαπτύσσω

(나는) 밝히자

διαπτύσσῃς

(너는) 밝히자

διαπτύσσῃ

(그는) 밝히자

쌍수 διαπτύσσητον

(너희 둘은) 밝히자

διαπτύσσητον

(그 둘은) 밝히자

복수 διαπτύσσωμεν

(우리는) 밝히자

διαπτύσσητε

(너희는) 밝히자

διαπτύσσωσιν*

(그들은) 밝히자

기원법단수 διαπτύσσοιμι

(나는) 밝히기를 (바라다)

διαπτύσσοις

(너는) 밝히기를 (바라다)

διαπτύσσοι

(그는) 밝히기를 (바라다)

쌍수 διαπτύσσοιτον

(너희 둘은) 밝히기를 (바라다)

διαπτυσσοίτην

(그 둘은) 밝히기를 (바라다)

복수 διαπτύσσοιμεν

(우리는) 밝히기를 (바라다)

διαπτύσσοιτε

(너희는) 밝히기를 (바라다)

διαπτύσσοιεν

(그들은) 밝히기를 (바라다)

명령법단수 διαπτύσσε

(너는) 밝혀라

διαπτυσσέτω

(그는) 밝혀라

쌍수 διαπτύσσετον

(너희 둘은) 밝혀라

διαπτυσσέτων

(그 둘은) 밝혀라

복수 διαπτύσσετε

(너희는) 밝혀라

διαπτυσσόντων, διαπτυσσέτωσαν

(그들은) 밝혀라

부정사 διαπτύσσειν

밝히는 것

분사 남성여성중성
διαπτυσσων

διαπτυσσοντος

διαπτυσσουσα

διαπτυσσουσης

διαπτυσσον

διαπτυσσοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαπτύσσομαι

(나는) 밝는다

διαπτύσσει, διαπτύσσῃ

(너는) 밝는다

διαπτύσσεται

(그는) 밝는다

쌍수 διαπτύσσεσθον

(너희 둘은) 밝는다

διαπτύσσεσθον

(그 둘은) 밝는다

복수 διαπτυσσόμεθα

(우리는) 밝는다

διαπτύσσεσθε

(너희는) 밝는다

διαπτύσσονται

(그들은) 밝는다

접속법단수 διαπτύσσωμαι

(나는) 밝자

διαπτύσσῃ

(너는) 밝자

διαπτύσσηται

(그는) 밝자

쌍수 διαπτύσσησθον

(너희 둘은) 밝자

διαπτύσσησθον

(그 둘은) 밝자

복수 διαπτυσσώμεθα

(우리는) 밝자

διαπτύσσησθε

(너희는) 밝자

διαπτύσσωνται

(그들은) 밝자

기원법단수 διαπτυσσοίμην

(나는) 밝기를 (바라다)

διαπτύσσοιο

(너는) 밝기를 (바라다)

διαπτύσσοιτο

(그는) 밝기를 (바라다)

쌍수 διαπτύσσοισθον

(너희 둘은) 밝기를 (바라다)

διαπτυσσοίσθην

(그 둘은) 밝기를 (바라다)

복수 διαπτυσσοίμεθα

(우리는) 밝기를 (바라다)

διαπτύσσοισθε

(너희는) 밝기를 (바라다)

διαπτύσσοιντο

(그들은) 밝기를 (바라다)

명령법단수 διαπτύσσου

(너는) 밝아라

διαπτυσσέσθω

(그는) 밝아라

쌍수 διαπτύσσεσθον

(너희 둘은) 밝아라

διαπτυσσέσθων

(그 둘은) 밝아라

복수 διαπτύσσεσθε

(너희는) 밝아라

διαπτυσσέσθων, διαπτυσσέσθωσαν

(그들은) 밝아라

부정사 διαπτύσσεσθαι

밝는 것

분사 남성여성중성
διαπτυσσομενος

διαπτυσσομενου

διαπτυσσομενη

διαπτυσσομενης

διαπτυσσομενον

διαπτυσσομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαπτύξω

(나는) 밝히겠다

διαπτύξεις

(너는) 밝히겠다

διαπτύξει

(그는) 밝히겠다

쌍수 διαπτύξετον

(너희 둘은) 밝히겠다

διαπτύξετον

(그 둘은) 밝히겠다

복수 διαπτύξομεν

(우리는) 밝히겠다

διαπτύξετε

(너희는) 밝히겠다

διαπτύξουσιν*

(그들은) 밝히겠다

기원법단수 διαπτύξοιμι

(나는) 밝히겠기를 (바라다)

διαπτύξοις

(너는) 밝히겠기를 (바라다)

διαπτύξοι

(그는) 밝히겠기를 (바라다)

쌍수 διαπτύξοιτον

(너희 둘은) 밝히겠기를 (바라다)

διαπτυξοίτην

(그 둘은) 밝히겠기를 (바라다)

복수 διαπτύξοιμεν

(우리는) 밝히겠기를 (바라다)

διαπτύξοιτε

(너희는) 밝히겠기를 (바라다)

διαπτύξοιεν

(그들은) 밝히겠기를 (바라다)

부정사 διαπτύξειν

밝힐 것

분사 남성여성중성
διαπτυξων

διαπτυξοντος

διαπτυξουσα

διαπτυξουσης

διαπτυξον

διαπτυξοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαπτύξομαι

(나는) 밝겠다

διαπτύξει, διαπτύξῃ

(너는) 밝겠다

διαπτύξεται

(그는) 밝겠다

쌍수 διαπτύξεσθον

(너희 둘은) 밝겠다

διαπτύξεσθον

(그 둘은) 밝겠다

복수 διαπτυξόμεθα

(우리는) 밝겠다

διαπτύξεσθε

(너희는) 밝겠다

διαπτύξονται

(그들은) 밝겠다

기원법단수 διαπτυξοίμην

(나는) 밝겠기를 (바라다)

διαπτύξοιο

(너는) 밝겠기를 (바라다)

διαπτύξοιτο

(그는) 밝겠기를 (바라다)

쌍수 διαπτύξοισθον

(너희 둘은) 밝겠기를 (바라다)

διαπτυξοίσθην

(그 둘은) 밝겠기를 (바라다)

복수 διαπτυξοίμεθα

(우리는) 밝겠기를 (바라다)

διαπτύξοισθε

(너희는) 밝겠기를 (바라다)

διαπτύξοιντο

(그들은) 밝겠기를 (바라다)

부정사 διαπτύξεσθαι

밝을 것

분사 남성여성중성
διαπτυξομενος

διαπτυξομενου

διαπτυξομενη

διαπτυξομενης

διαπτυξομενον

διαπτυξομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διέπτυσσον

(나는) 밝히고 있었다

διέπτυσσες

(너는) 밝히고 있었다

διέπτυσσεν*

(그는) 밝히고 있었다

쌍수 διεπτύσσετον

(너희 둘은) 밝히고 있었다

διεπτυσσέτην

(그 둘은) 밝히고 있었다

복수 διεπτύσσομεν

(우리는) 밝히고 있었다

διεπτύσσετε

(너희는) 밝히고 있었다

διέπτυσσον

(그들은) 밝히고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διεπτυσσόμην

(나는) 밝고 있었다

διεπτύσσου

(너는) 밝고 있었다

διεπτύσσετο

(그는) 밝고 있었다

쌍수 διεπτύσσεσθον

(너희 둘은) 밝고 있었다

διεπτυσσέσθην

(그 둘은) 밝고 있었다

복수 διεπτυσσόμεθα

(우리는) 밝고 있었다

διεπτύσσεσθε

(너희는) 밝고 있었다

διεπτύσσοντο

(그들은) 밝고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 밝히다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION