- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ξενοκτόνος?

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: xenoktonos 고전 발음: [세녹또노] 신약 발음: [새녹또노]

기본형: ξενοκτόνος ξενοκτόνος ξενοκτόνον

형태분석: ξενοκτον (어간) + ος (어미)

어원: κτείνω

  1. slaying guests or strangers

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 ξενοκτόνος

(이)가

ξενοκτόνον

(것)가

속격 ξενοκτόνου

(이)의

ξενοκτόνου

(것)의

여격 ξενοκτόνῳ

(이)에게

ξενοκτόνῳ

(것)에게

대격 ξενοκτόνον

(이)를

ξενοκτόνον

(것)를

호격 ξενοκτόνε

(이)야

ξενοκτόνον

(것)야

쌍수주/대/호 ξενοκτόνω

(이)들이

ξενοκτόνω

(것)들이

속/여 ξενοκτόνοιν

(이)들의

ξενοκτόνοιν

(것)들의

복수주격 ξενοκτόνοι

(이)들이

ξενοκτόνα

(것)들이

속격 ξενοκτόνων

(이)들의

ξενοκτόνων

(것)들의

여격 ξενοκτόνοις

(이)들에게

ξενοκτόνοις

(것)들에게

대격 ξενοκτόνους

(이)들을

ξενοκτόνα

(것)들을

호격 ξενοκτόνοι

(이)들아

ξενοκτόνα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Ταῦτα μέντοι τὰ τέκνα, ἡ ξενοκτόνος καὶ ὁ ψευδόμαντις, οἶδα, ὅπως λυπεῖ σε ὁρώμενα ἐν τοῖς θεοῖς, καὶ μάλιστα ὁπόταν ἡ μὲν ἐπαινῆται ἐς τὸ κάλλος, ὁ δὲ κιθαρίζῃ ἐν τῷ συμποσίῳ θαυμαζόμενος ὑφ᾿ ἁπάντων. (Lucian, Dialogi deorum, 3:1)

    (루키아노스, Dialogi deorum, 3:1)

  • μόνος λελεῖφθαι στῦλος εἷς ἔδοξέ μοι δόμων πατρῴων, ἐκ δ ἐπικράνων κόμας ξανθὰς καθεῖναι, φθέγμα δ ἀνθρώπου λαβεῖν, κἀγὼ τέχνην τήνδ ἣν ἔχω ξενοκτόνον τιμῶς ὑδραίνειν αὐτὸν ὡς θανούμενον, κλαίουσα. (Euripides, Iphigenia in Tauris, episode 3:3)

    (에우리피데스, Iphigenia in Tauris, episode 3:3)

  • μετ ὀλίγον δὲ τῆς αἰτίας ψευδοῦς φανείσης, οἱ μὲν ἄλλοι συνήχθοντο τῷ Μετέλλῳ βαρέως φέροντι, Μάριος δὲ χαίρων καὶ ποιούμενος ἴδιον τὸ ἔργον οὐκ ᾐσχύνετο λέγειν περιιών ὡς αὑτὸς εἰή προστετριμμένος ἀλάστορα τῷ Μετέλλῳ ξενοκτόνον. (Plutarch, Caius Marius, chapter 8 2:2)

    (플루타르코스, Caius Marius, chapter 8 2:2)

  • καὶ περὶ τούτων ἐν ἅπασιν Ἀθηναίοις ἐξελεγχθεὶς ὑπ ἐμοῦ καὶ κληθεὶς ξενοκτόνος, οὐ τὸ ἀσέβημα ἠρνήσω, ἀλλ ἀπεκρίνω ἐφ ᾧ ἀνεβόησεν ὁ δῆμος καὶ ὅσοι ξένοι περιέστασαν τὴν ἐκκλησίαν: (Aeschines, Speeches, , section 2242)

    (아이스키네스, 연설, , section 2242)

유의어

  1. slaying guests or strangers

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION