Ancient Greek-English Dictionary Language

βέομαι

ε-contract Verb; 이상동사 Transliteration:

Principal Part: βέομαι

Structure: βέ (Stem) + ομαι (Ending)

Etym.: Homeric fut. with no pres. in use

Sense

  1. I shall live

Conjugation

Present tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ξυμ ξονσεδισσετ ϝαλεριανυσ αυγυστυσ ιν τηερμισ απυδ βψζαντιυμ, πραεσεντε εχερξιτυ, πραε‐ σεντε ετιαμ οφφιξιο παλατινο, αδσιδεντιβυσ νυμμιο τυσξο ξονσυλε ορδιναριο, βαεβιο μαξρο πραεφεξτο πραετοριι, θυιντο ανξηαριο πραεσιδε οριεντισ, αδσιδεντιβυσ ετιαμ α παρτε λαεϝα αϝυλνιο σατυρνινο σξψτηιξι λιμιτισ δυξε ετ μυρρεντιο μαυριξιο αδ αεγψπτυμ δεστινατο ετ ιυλιο τρψπηονε οριενταλισ λιμιτισ δυξε ετ μαεξιο βρυνδισινο πραεφεξτο αννοναε οριεντισ ετ υλπιο ξρινιτο δυξε ιλλψριξιανι λιμιτισ ετ τηραξιξι ετ φυλϝιο βοιο δυξε ραετιξι λιμιτισ, ϝαλεριανυσ αυγυστυσ διχιτ· (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, divus aurelianus, chapter 13 1:1)

Synonyms

  1. I shall live

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION