Ancient Greek-English Dictionary Language

ἁλιτενής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἁλιτενής ἁλιτενές

Structure: ἁλιτενη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: a(/ls, tei/nw

Sense

  1. stretching along the sea, level, flat

Examples

  • ὃ τὰσ μὲν Ἑλληνικὰσ οὐκ ἔβλαπτε ναῦσ ἁλιτενεῖσ οὔσασ καὶ ταπεινοτέρασ, τὰσ δὲ βαρβαρικὰσ ταῖσ τε πρύμναισ ἀνεστώσασ καὶ τοῖσ καταστρώμασιν ὑψορόφουσ καὶ βαρείασ ἐπιφερομένασ ἔσφαλλε προσπῖπτον καὶ παρεδίδου πλαγίασ τοῖσ Ἕλλησιν ὀξέωσ προσφερομένοισ καὶ τῷ Θεμιστοκλεῖ προσέχουσιν, ὡσ ὁρῶντι μάλιστα τὸ συμφέρον, καὶ ὅτι κατ’ ἐκεῖνον ὁ Ξέρξου ναύαρχοσ Ἀριαμένησ ναῦν ἔχων μεγάλην ὥσπερ ἀπὸ τείχουσ ἐτόξευε καὶ ἠκόντιζεν, ἀνὴρ ἀγαθὸσ ὢν καὶ τῶν βασιλέωσ ἀδελφῶν πολὺ κράτιστόσ τε καὶ δικαιότατοσ. (Plutarch, , chapter 14 2:2)

Synonyms

  1. stretching along the sea

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION