한국어-헬라어(고대 그리스어, 희랍어) 사전 Language

뒤쫓다

헬라어

  1. (몰아대다, 다그치다) ἐπικάθημαι; ἐπιπιέζω//(쫓다, 사냥하다) διώκω, διώξω, ἐδίωξα, δεδίωχα, δεδίωγμαι, //(쫓다, 추격) δίωξις, δίωξεως//(추적하다, 따라가다) ἐπιτρέχω, ἐπιδραμοῦμαι, ἐπιέδραμον, ἐπιδεδράμηκα, , ; μετατρέχω, μεταθρέξομαι, μετέδραμον; μεθέπω, μεθέψω, μετέσπον; μετέρχομαι, μετελεύσομαι, μετῆλθον, μετελήλυθα, , ; μεταδιώκω, μεταδιώξομαι; μετανίσσομαι//(추적하다, 쫓다) δίω; ἐνδίημι; ἐπακολουθέω, ἐπακολουθήσω; μετοίχομαι, μετοιχήσομαι; προπέμπω, προπέμψω, προέπεμψα; ἕπω; κυνηγέω; θηρεύω//(쫓다, 따르다) ἕπομαι, ἕψομαι, ἑσπόμην; κατακολουθέω, κατακολουθήσω; ὁμαρτέω; μετακιάθω; μεταπορεύομαι, μεταπορεύσομαι, μετεπορεύθην; μεταμαίομαι; μεταθέω, μεταθεύσομαι; μέτειμι; ὀπάζω; φιλοσοφέω; μεταχειρίζω, μεταχειριοῦμαι, μετεχειρισάμην, μετακεχείρισμαι, , //(몰아대다, 다그치다) ἔγκειμαι, ἔγκείσομαι; ἐνέχω, ἐνέξω; ἐπίκειμαι; πρόσκειμαι, πρόσκείσομαι

SEARCH

MENU NAVIGATION