헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συγχώννυμι

-νυμι 무어간모음 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συγχώννυμι συγχώσω συγκέχωσμαι

형태분석: συγ (접두사) + χώννυ (어간) + μι (인칭어미)

  1. 파괴하다, 헐다, 허물다
  2. 혼란에 빠뜨리다, 어지럽히다
  1. to heap all together, to heap with earth, cover with a mound, bank up
  2. to make into ruinous heaps, demolish
  3. to confound

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγχώννυμι

συγχώννυς

συγχώννυσιν*

쌍수 συγχώννυτον

συγχώννυτον

복수 συγχώννυμεν

συγχώννυτε

συγχωννύᾱσιν*

접속법단수 συγχωννύω

συγχωννύῃς

συγχωννύῃ

쌍수 συγχωννύητον

συγχωννύητον

복수 συγχωννύωμεν

συγχωννύητε

συγχωννύωσιν*

기원법단수 συγχωννύοιμι

συγχωννύοις

συγχωννύοι

쌍수 συγχωννύοιτον

συγχωννυοίτην

복수 συγχωννύοιμεν

συγχωννύοιτε

συγχωννύοιεν

명령법단수 συγχώννυ

συγχωννύτω

쌍수 συγχώννυτον

συγχωννύτων

복수 συγχώννυτε

συγχωννύντων

부정사 συγχωννύναι

분사 남성여성중성
συγχωννῡς

συγχωννυντος

συγχωννῡσα

συγχωννῡσης

συγχωννυν

συγχωννυντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγχώννυμαι

συγχώννυσαι

συγχώννυται

쌍수 συγχώννυσθον

συγχώννυσθον

복수 συγχωννύμεθα

συγχώννυσθε

συγχώννυνται

접속법단수 συγχωννύωμαι

συγχωννύῃ

συγχωννύηται

쌍수 συγχωννύησθον

συγχωννύησθον

복수 συγχωννυώμεθα

συγχωννύησθε

συγχωννύωνται

기원법단수 συγχωννυοίμην

συγχωννύοιο

συγχωννύοιτο

쌍수 συγχωννύοισθον

συγχωννυοίσθην

복수 συγχωννυοίμεθα

συγχωννύοισθε

συγχωννύοιντο

명령법단수 συγχώννυσο

συγχωννύσθω

쌍수 συγχώννυσθον

συγχωννύσθων

복수 συγχώννυσθε

συγχωννύσθων

부정사 συγχώννυσθαι

분사 남성여성중성
συγχωννυμενος

συγχωννυμενου

συγχωννυμενη

συγχωννυμενης

συγχωννυμενον

συγχωννυμενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 파괴하다

  2. 혼란에 빠뜨리다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION