헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κακουργέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κακουργέω

형태분석: κακουργέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: kakou=rgos

  1. 나쁜 짓 하다, 피해를 입히다
  2. 오염시키다, 불순하게 하다, 위조하다, 훔치다, 빼앗다, 더럽히다
  1. to do evil, work wickedness, deal basely, to be vicious
  2. to do evil or mischief to, to maltreat, to ravage, to corrupt, falsify

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κακούργω

(나는) 나쁜 짓 한다

κακούργεις

(너는) 나쁜 짓 한다

κακούργει

(그는) 나쁜 짓 한다

쌍수 κακούργειτον

(너희 둘은) 나쁜 짓 한다

κακούργειτον

(그 둘은) 나쁜 짓 한다

복수 κακούργουμεν

(우리는) 나쁜 짓 한다

κακούργειτε

(너희는) 나쁜 짓 한다

κακούργουσιν*

(그들은) 나쁜 짓 한다

접속법단수 κακούργω

(나는) 나쁜 짓 하자

κακούργῃς

(너는) 나쁜 짓 하자

κακούργῃ

(그는) 나쁜 짓 하자

쌍수 κακούργητον

(너희 둘은) 나쁜 짓 하자

κακούργητον

(그 둘은) 나쁜 짓 하자

복수 κακούργωμεν

(우리는) 나쁜 짓 하자

κακούργητε

(너희는) 나쁜 짓 하자

κακούργωσιν*

(그들은) 나쁜 짓 하자

기원법단수 κακούργοιμι

(나는) 나쁜 짓 하기를 (바라다)

κακούργοις

(너는) 나쁜 짓 하기를 (바라다)

κακούργοι

(그는) 나쁜 짓 하기를 (바라다)

쌍수 κακούργοιτον

(너희 둘은) 나쁜 짓 하기를 (바라다)

κακουργοίτην

(그 둘은) 나쁜 짓 하기를 (바라다)

복수 κακούργοιμεν

(우리는) 나쁜 짓 하기를 (바라다)

κακούργοιτε

(너희는) 나쁜 짓 하기를 (바라다)

κακούργοιεν

(그들은) 나쁜 짓 하기를 (바라다)

명령법단수 κακοῦργει

(너는) 나쁜 짓 해라

κακουργεῖτω

(그는) 나쁜 짓 해라

쌍수 κακούργειτον

(너희 둘은) 나쁜 짓 해라

κακουργεῖτων

(그 둘은) 나쁜 짓 해라

복수 κακούργειτε

(너희는) 나쁜 짓 해라

κακουργοῦντων, κακουργεῖτωσαν

(그들은) 나쁜 짓 해라

부정사 κακούργειν

나쁜 짓 하는 것

분사 남성여성중성
κακουργων

κακουργουντος

κακουργουσα

κακουργουσης

κακουργουν

κακουργουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κακούργουμαι

(나는) 나쁜 짓 된다

κακούργει, κακούργῃ

(너는) 나쁜 짓 된다

κακούργειται

(그는) 나쁜 짓 된다

쌍수 κακούργεισθον

(너희 둘은) 나쁜 짓 된다

κακούργεισθον

(그 둘은) 나쁜 짓 된다

복수 κακουργοῦμεθα

(우리는) 나쁜 짓 된다

κακούργεισθε

(너희는) 나쁜 짓 된다

κακούργουνται

(그들은) 나쁜 짓 된다

접속법단수 κακούργωμαι

(나는) 나쁜 짓 되자

κακούργῃ

(너는) 나쁜 짓 되자

κακούργηται

(그는) 나쁜 짓 되자

쌍수 κακούργησθον

(너희 둘은) 나쁜 짓 되자

κακούργησθον

(그 둘은) 나쁜 짓 되자

복수 κακουργώμεθα

(우리는) 나쁜 짓 되자

κακούργησθε

(너희는) 나쁜 짓 되자

κακούργωνται

(그들은) 나쁜 짓 되자

기원법단수 κακουργοίμην

(나는) 나쁜 짓 되기를 (바라다)

κακούργοιο

(너는) 나쁜 짓 되기를 (바라다)

κακούργοιτο

(그는) 나쁜 짓 되기를 (바라다)

쌍수 κακούργοισθον

(너희 둘은) 나쁜 짓 되기를 (바라다)

κακουργοίσθην

(그 둘은) 나쁜 짓 되기를 (바라다)

복수 κακουργοίμεθα

(우리는) 나쁜 짓 되기를 (바라다)

κακούργοισθε

(너희는) 나쁜 짓 되기를 (바라다)

κακούργοιντο

(그들은) 나쁜 짓 되기를 (바라다)

명령법단수 κακούργου

(너는) 나쁜 짓 되어라

κακουργεῖσθω

(그는) 나쁜 짓 되어라

쌍수 κακούργεισθον

(너희 둘은) 나쁜 짓 되어라

κακουργεῖσθων

(그 둘은) 나쁜 짓 되어라

복수 κακούργεισθε

(너희는) 나쁜 짓 되어라

κακουργεῖσθων, κακουργεῖσθωσαν

(그들은) 나쁜 짓 되어라

부정사 κακούργεισθαι

나쁜 짓 되는 것

분사 남성여성중성
κακουργουμενος

κακουργουμενου

κακουργουμενη

κακουργουμενης

κακουργουμενον

κακουργουμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκακοῦργουν

(나는) 나쁜 짓 하고 있었다

ἐκακοῦργεις

(너는) 나쁜 짓 하고 있었다

ἐκακοῦργειν*

(그는) 나쁜 짓 하고 있었다

쌍수 ἐκακούργειτον

(너희 둘은) 나쁜 짓 하고 있었다

ἐκακουργεῖτην

(그 둘은) 나쁜 짓 하고 있었다

복수 ἐκακούργουμεν

(우리는) 나쁜 짓 하고 있었다

ἐκακούργειτε

(너희는) 나쁜 짓 하고 있었다

ἐκακοῦργουν

(그들은) 나쁜 짓 하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκακουργοῦμην

(나는) 나쁜 짓 되고 있었다

ἐκακούργου

(너는) 나쁜 짓 되고 있었다

ἐκακούργειτο

(그는) 나쁜 짓 되고 있었다

쌍수 ἐκακούργεισθον

(너희 둘은) 나쁜 짓 되고 있었다

ἐκακουργεῖσθην

(그 둘은) 나쁜 짓 되고 있었다

복수 ἐκακουργοῦμεθα

(우리는) 나쁜 짓 되고 있었다

ἐκακούργεισθε

(너희는) 나쁜 짓 되고 있었다

ἐκακούργουντο

(그들은) 나쁜 짓 되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • κἀκεῖ γὰρ ὁ μὲν ἀγαθὸσ δρομεὺσ τῆσ ὕσπληγγοσ εὐθὺσ καταπεσούσησ μόνον τοῦ πρόσω ἐφιέμενοσ καὶ τὴν διάνοιαν ἀποτείνασ πρὸσ τὸ τέρμα κἀν τοῖσ ποσὶ τὴν ἐλπίδα τῆσ νίκησ ἔχων τὸν πλησίον οὐδὲν κακουργεῖ οὐδέ τι τῶν ^ κατὰ τοὺσ ἀγωνιστὰσ πολυπραγμονεῖ, ὁ δὲ κακὸσ ἐκεῖνοσ καὶ ἄναθλοσ ἀνταγωνιστὴσ ἀπογνοὺσ τὴν ἐκ τοῦ τάχουσ ἐλπίδα ἐπὶ τὴν κακοτεχνίαν ἐτράπετο, καὶ τοῦτο μόνον ἐξ ἅπαντοσ σκοπεῖ, ὅπωσ τὸν τρέχοντα ἐπισχὼν ἢ ἐμποδίσασ ἐπιστομιεῖ, ὡσ, εἰ τούτου διαμάρτοι, οὐκ ἄν ποτε νικῆσαι δυνάμενοσ. (Lucian, Calumniae non temere credundum, (no name) 12:4)

    (루키아노스, Calumniae non temere credundum, (no name) 12:4)

  • ὡσ γὰρ ἂν δύο κάκιστοι καὶ μεγαλότολμοι καὶ πρὸσ τὸ κακουργεῖν προχειρότατοι εἰσ τὸ αὐτὸ συνελθόντεσ, ῥᾳδίωσ κατενόησαν τὸν τῶν ἀνθρώπων βίον ὑπὸ δυοῖν τούτοιν μεγίστοιν τυραννούμενον, ἐλπίδοσ καὶ φόβου, καὶ ὅτι ὁ τούτων ἑκατέρῳ εἰσ δέον χρήσασθαι δυνάμενοσ τάχιστα πλουτήσειεν ἂν ἀμφοτέροισ γάρ, τῷ τε δεδιότι καὶ τῷ ἐλπίζοντι, ἑώρων τὴν πρόγνωσιν ἀναγκαιοτάτην τε καὶ ποθεινοτάτην οὖσαν, καὶ Δελφοὺσ οὕτω πάλαι πλουτῆσαι καὶ ἀοιδίμουσ γενέσθαι καὶ Δῆλον καὶ Κλάρον καὶ Βραγχίδασ, τῶν ἀνθρώπων ἀεὶ δι’ οὓσ προεῖπον τυράννουσ, τὴν ἐλπίδα καὶ τὸν φόβον, φοιτώντων εἰσ τὰ ἱερὰ καὶ προμαθεῖν τὰ μέλλοντα δεομένων, καὶ δι’ αὐτὸ ἑκατόμβασ θυόντων καὶ χρυσᾶσ πλίνθουσ ἀνατιθέντων. (Lucian, Alexander, (no name) 8:1)

    (루키아노스, Alexander, (no name) 8:1)

  • δοκεῖσ κακουργεῖν Ἄργοσ οὐ θάπτων νεκρούσ; (Euripides, Suppliants, episode 4:22)

    (에우리피데스, Suppliants, episode 4:22)

  • τὸ δ’ εὖ κακουργεῖν ἀσέβεια ποικίλα κακοφρόνων τ’ ἀνδρῶν παράνοια. (Euripides, choral, antistrophe 12)

    (에우리피데스, choral, antistrophe 12)

  • ἐβούλετο μὲν οὖν ὁ Λεωνίδασ τοῖσ πλουσίοισ βοηθεῖν, δεδιὼσ δὲ τὸν δῆμον ἐπιθυμοῦντα τῆσ μεταβολῆσ οὐδὲν ἀντέπραττε φανερῶσ, λάθρα δὲ τὴν πρᾶξιν ἐζήτει κακουργεῖν καὶ διαφθείρειν ἐντυγχάνων τοῖσ ἄρχουσι καὶ διαβάλλων τὸν Ἆγιν ὡσ τυραννίδοσ μισθὸν τοῖσ πένησι τὰ τῶν πλουσίων προτείνοντα, καὶ γῆσ μεταδόσεσι καὶ χρεῶν ἀφέσεσι πολλοὺσ ὠνούμενον ἑαυτῷ δορυφόρουσ, οὐ τῇ Σπάρτῃ πολίτασ. (Plutarch, Agis, chapter 7 5:1)

    (플루타르코스, Agis, chapter 7 5:1)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION