Ancient Greek-English Dictionary Language

ζυγοστατέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: ζυγοστατέω ζυγοστατήσω

Structure: ζυγοστατέ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to weigh by the balance

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ζυγοστάτω ζυγοστάτεις ζυγοστάτει
Dual ζυγοστάτειτον ζυγοστάτειτον
Plural ζυγοστάτουμεν ζυγοστάτειτε ζυγοστάτουσιν*
SubjunctiveSingular ζυγοστάτω ζυγοστάτῃς ζυγοστάτῃ
Dual ζυγοστάτητον ζυγοστάτητον
Plural ζυγοστάτωμεν ζυγοστάτητε ζυγοστάτωσιν*
OptativeSingular ζυγοστάτοιμι ζυγοστάτοις ζυγοστάτοι
Dual ζυγοστάτοιτον ζυγοστατοίτην
Plural ζυγοστάτοιμεν ζυγοστάτοιτε ζυγοστάτοιεν
ImperativeSingular ζυγοστᾶτει ζυγοστατεῖτω
Dual ζυγοστάτειτον ζυγοστατεῖτων
Plural ζυγοστάτειτε ζυγοστατοῦντων, ζυγοστατεῖτωσαν
Infinitive ζυγοστάτειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ζυγοστατων ζυγοστατουντος ζυγοστατουσα ζυγοστατουσης ζυγοστατουν ζυγοστατουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ζυγοστάτουμαι ζυγοστάτει, ζυγοστάτῃ ζυγοστάτειται
Dual ζυγοστάτεισθον ζυγοστάτεισθον
Plural ζυγοστατοῦμεθα ζυγοστάτεισθε ζυγοστάτουνται
SubjunctiveSingular ζυγοστάτωμαι ζυγοστάτῃ ζυγοστάτηται
Dual ζυγοστάτησθον ζυγοστάτησθον
Plural ζυγοστατώμεθα ζυγοστάτησθε ζυγοστάτωνται
OptativeSingular ζυγοστατοίμην ζυγοστάτοιο ζυγοστάτοιτο
Dual ζυγοστάτοισθον ζυγοστατοίσθην
Plural ζυγοστατοίμεθα ζυγοστάτοισθε ζυγοστάτοιντο
ImperativeSingular ζυγοστάτου ζυγοστατεῖσθω
Dual ζυγοστάτεισθον ζυγοστατεῖσθων
Plural ζυγοστάτεισθε ζυγοστατεῖσθων, ζυγοστατεῖσθωσαν
Infinitive ζυγοστάτεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ζυγοστατουμενος ζυγοστατουμενου ζυγοστατουμενη ζυγοστατουμενης ζυγοστατουμενον ζυγοστατουμενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ζυγοστατήσω ζυγοστατήσεις ζυγοστατήσει
Dual ζυγοστατήσετον ζυγοστατήσετον
Plural ζυγοστατήσομεν ζυγοστατήσετε ζυγοστατήσουσιν*
OptativeSingular ζυγοστατήσοιμι ζυγοστατήσοις ζυγοστατήσοι
Dual ζυγοστατήσοιτον ζυγοστατησοίτην
Plural ζυγοστατήσοιμεν ζυγοστατήσοιτε ζυγοστατήσοιεν
Infinitive ζυγοστατήσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ζυγοστατησων ζυγοστατησοντος ζυγοστατησουσα ζυγοστατησουσης ζυγοστατησον ζυγοστατησοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ζυγοστατήσομαι ζυγοστατήσει, ζυγοστατήσῃ ζυγοστατήσεται
Dual ζυγοστατήσεσθον ζυγοστατήσεσθον
Plural ζυγοστατησόμεθα ζυγοστατήσεσθε ζυγοστατήσονται
OptativeSingular ζυγοστατησοίμην ζυγοστατήσοιο ζυγοστατήσοιτο
Dual ζυγοστατήσοισθον ζυγοστατησοίσθην
Plural ζυγοστατησοίμεθα ζυγοστατήσοισθε ζυγοστατήσοιντο
Infinitive ζυγοστατήσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ζυγοστατησομενος ζυγοστατησομενου ζυγοστατησομενη ζυγοστατησομενης ζυγοστατησομενον ζυγοστατησομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to weigh by the balance

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION