- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

혹시 다음 단어를 찾고 계신가요? τάραξις? ταράξεως ταξιόομαι
ταραξικάρδιος
(Adjective), heart-troubling
ταραξιππόστρατος
(Adjective), troubling the horse-array
τάραξις
(Noun), 곤란, 문제, 혼란
τάραγμα
(Noun), 선동, 공포
ταραγμός
(Noun), 혼란, 혼돈, 동요
ταρακτικός
(Adjective), disturbing
τάρακτρον
(Noun), a tool for stirring with
Ταραντινίδιον
(Noun),
Ταραντῖνον
(Noun), a fine Tarentine woman's garment.
Ταράντινος
(Adjective), Tarentine, a Tarentine
Τάρας
(), Tarentum
ταράσσω
(Verb), 혼란시키다, 어지럽히다##선동하다, 동요시키다
ταραχή
(Noun), 곤란, 혼란, 문제, 혼돈####소동, 혼란, 동요, 반란, 시위
τάραχος
(Noun),
ταραχώδης
(Adjective), 불확실한, 미정의, 흔들리는, 의심스러운, 망설이는##근심하는, 걱정하는, 어수선한##
ταρβαλέος
(Adjective), 두려운, 무서운, 무시무시한
ταρβέω
(Verb), 겁나다, 벌벌 떨다, 겁먹다, 두려워하다##무서워하다, 두려워하다, 경외하다##존경하다, 존중하다, 공경하다
τάρβος
(Noun), 공포, 두려움, 겁, 놀람##공경, 경외, 존경, 존중##공포, 두려움, 겁, 무서움
ταρβοσύνη
(Noun),
ταρβόσυνος?
(Adjective), affrighted or affrighting

SEARCH

MENU NAVIGATION