Ancient Greek-English Dictionary Language

χρηματοποιός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: χρηματοποιός χρηματοποιόν

Structure: χρηματοποι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: poie/w

Sense

  1. money-making

Examples

  • γυναῖκα δ’ εἶναι πρᾶγμ’ ἔφη νουβυστικὸν καὶ χρηματοποιόν· (Aristophanes, Ecclesiazusae, Episode 3:13)
  • ὁ δὲ μήτε ἄλλην τέχνην χρηματοποιὸν ἐπιστάμενοσ μήτε γεωργεῖν ἐθέλων φανερὸν ὅτι κλέπτων ἢ ἁρπάζων ἢ προσαιτῶν διανοεῖται βιοτεύειν, ἢ παντάπασιν ἀλόγιστόσ ἐστι. (Xenophon, Works on Socrates, , chapter 20 16:3)
  • δὲ καὶ κτηνοτροφεῖν καὶ τὰσ χρηματοποιοὺσ ἐργάζεσθαι τέχνασ, ἵνα μὴ στασιάζωσιν, ὥσπερ ἐν ταῖσ ἄλλαισ πόλεσιν, ἢ τῶν ἐν τέλει προπηλακιζόντων τοὺσ ταπεινοὺσ ἢ τῶν φαύλων καὶ ἀπόρων τοῖσ ἐν ταῖσ ὑπεροχαῖσ φθονούντων. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 2, chapter 9 2:1)

Synonyms

  1. money-making

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION