헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ὑπερδιατείνομαι

비축약 동사; 이상동사 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ὑπερδιατείνομαι

형태분석: ὑπερδιατείν (어간) + ομαι (인칭어미)

  1. to exert oneself above measure

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ὑπερδιατείνομαι

ὑπερδιατείνει, ὑπερδιατείνῃ

ὑπερδιατείνεται

쌍수 ὑπερδιατείνεσθον

ὑπερδιατείνεσθον

복수 ὑπερδιατεινόμεθα

ὑπερδιατείνεσθε

ὑπερδιατείνονται

접속법단수 ὑπερδιατείνωμαι

ὑπερδιατείνῃ

ὑπερδιατείνηται

쌍수 ὑπερδιατείνησθον

ὑπερδιατείνησθον

복수 ὑπερδιατεινώμεθα

ὑπερδιατείνησθε

ὑπερδιατείνωνται

기원법단수 ὑπερδιατεινοίμην

ὑπερδιατείνοιο

ὑπερδιατείνοιτο

쌍수 ὑπερδιατείνοισθον

ὑπερδιατεινοίσθην

복수 ὑπερδιατεινοίμεθα

ὑπερδιατείνοισθε

ὑπερδιατείνοιντο

명령법단수 ὑπερδιατείνου

ὑπερδιατεινέσθω

쌍수 ὑπερδιατείνεσθον

ὑπερδιατεινέσθων

복수 ὑπερδιατείνεσθε

ὑπερδιατεινέσθων, ὑπερδιατεινέσθωσαν

부정사 ὑπερδιατείνεσθαι

분사 남성여성중성
ὑπερδιατεινομενος

ὑπερδιατεινομενου

ὑπερδιατεινομενη

ὑπερδιατεινομενης

ὑπερδιατεινομενον

ὑπερδιατεινομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to exert oneself above measure

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION