헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σωρεύω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σωρεύω σωρεύσω

형태분석: σωρεύ (어간) + ω (인칭어미)

어원: swro/s

  1. 쌓다, 쌓아올리다
  2. (속격과 함께) ~으로 쌓다
  1. to heap one thing on another
  2. (with genitive) to heap with something

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σωρεύω

(나는) 쌓는다

σωρεύεις

(너는) 쌓는다

σωρεύει

(그는) 쌓는다

쌍수 σωρεύετον

(너희 둘은) 쌓는다

σωρεύετον

(그 둘은) 쌓는다

복수 σωρεύομεν

(우리는) 쌓는다

σωρεύετε

(너희는) 쌓는다

σωρεύουσιν*

(그들은) 쌓는다

접속법단수 σωρεύω

(나는) 쌓자

σωρεύῃς

(너는) 쌓자

σωρεύῃ

(그는) 쌓자

쌍수 σωρεύητον

(너희 둘은) 쌓자

σωρεύητον

(그 둘은) 쌓자

복수 σωρεύωμεν

(우리는) 쌓자

σωρεύητε

(너희는) 쌓자

σωρεύωσιν*

(그들은) 쌓자

기원법단수 σωρεύοιμι

(나는) 쌓기를 (바라다)

σωρεύοις

(너는) 쌓기를 (바라다)

σωρεύοι

(그는) 쌓기를 (바라다)

쌍수 σωρεύοιτον

(너희 둘은) 쌓기를 (바라다)

σωρευοίτην

(그 둘은) 쌓기를 (바라다)

복수 σωρεύοιμεν

(우리는) 쌓기를 (바라다)

σωρεύοιτε

(너희는) 쌓기를 (바라다)

σωρεύοιεν

(그들은) 쌓기를 (바라다)

명령법단수 σώρευε

(너는) 쌓아라

σωρευέτω

(그는) 쌓아라

쌍수 σωρεύετον

(너희 둘은) 쌓아라

σωρευέτων

(그 둘은) 쌓아라

복수 σωρεύετε

(너희는) 쌓아라

σωρευόντων, σωρευέτωσαν

(그들은) 쌓아라

부정사 σωρεύειν

쌓는 것

분사 남성여성중성
σωρευων

σωρευοντος

σωρευουσα

σωρευουσης

σωρευον

σωρευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σωρεύομαι

(나는) 쌓여진다

σωρεύει, σωρεύῃ

(너는) 쌓여진다

σωρεύεται

(그는) 쌓여진다

쌍수 σωρεύεσθον

(너희 둘은) 쌓여진다

σωρεύεσθον

(그 둘은) 쌓여진다

복수 σωρευόμεθα

(우리는) 쌓여진다

σωρεύεσθε

(너희는) 쌓여진다

σωρεύονται

(그들은) 쌓여진다

접속법단수 σωρεύωμαι

(나는) 쌓여지자

σωρεύῃ

(너는) 쌓여지자

σωρεύηται

(그는) 쌓여지자

쌍수 σωρεύησθον

(너희 둘은) 쌓여지자

σωρεύησθον

(그 둘은) 쌓여지자

복수 σωρευώμεθα

(우리는) 쌓여지자

σωρεύησθε

(너희는) 쌓여지자

σωρεύωνται

(그들은) 쌓여지자

기원법단수 σωρευοίμην

(나는) 쌓여지기를 (바라다)

σωρεύοιο

(너는) 쌓여지기를 (바라다)

σωρεύοιτο

(그는) 쌓여지기를 (바라다)

쌍수 σωρεύοισθον

(너희 둘은) 쌓여지기를 (바라다)

σωρευοίσθην

(그 둘은) 쌓여지기를 (바라다)

복수 σωρευοίμεθα

(우리는) 쌓여지기를 (바라다)

σωρεύοισθε

(너희는) 쌓여지기를 (바라다)

σωρεύοιντο

(그들은) 쌓여지기를 (바라다)

명령법단수 σωρεύου

(너는) 쌓여져라

σωρευέσθω

(그는) 쌓여져라

쌍수 σωρεύεσθον

(너희 둘은) 쌓여져라

σωρευέσθων

(그 둘은) 쌓여져라

복수 σωρεύεσθε

(너희는) 쌓여져라

σωρευέσθων, σωρευέσθωσαν

(그들은) 쌓여져라

부정사 σωρεύεσθαι

쌓여지는 것

분사 남성여성중성
σωρευομενος

σωρευομενου

σωρευομενη

σωρευομενης

σωρευομενον

σωρευομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σωρεύσω

(나는) 쌓겠다

σωρεύσεις

(너는) 쌓겠다

σωρεύσει

(그는) 쌓겠다

쌍수 σωρεύσετον

(너희 둘은) 쌓겠다

σωρεύσετον

(그 둘은) 쌓겠다

복수 σωρεύσομεν

(우리는) 쌓겠다

σωρεύσετε

(너희는) 쌓겠다

σωρεύσουσιν*

(그들은) 쌓겠다

기원법단수 σωρεύσοιμι

(나는) 쌓겠기를 (바라다)

σωρεύσοις

(너는) 쌓겠기를 (바라다)

σωρεύσοι

(그는) 쌓겠기를 (바라다)

쌍수 σωρεύσοιτον

(너희 둘은) 쌓겠기를 (바라다)

σωρευσοίτην

(그 둘은) 쌓겠기를 (바라다)

복수 σωρεύσοιμεν

(우리는) 쌓겠기를 (바라다)

σωρεύσοιτε

(너희는) 쌓겠기를 (바라다)

σωρεύσοιεν

(그들은) 쌓겠기를 (바라다)

부정사 σωρεύσειν

쌓을 것

분사 남성여성중성
σωρευσων

σωρευσοντος

σωρευσουσα

σωρευσουσης

σωρευσον

σωρευσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σωρεύσομαι

(나는) 쌓여지겠다

σωρεύσει, σωρεύσῃ

(너는) 쌓여지겠다

σωρεύσεται

(그는) 쌓여지겠다

쌍수 σωρεύσεσθον

(너희 둘은) 쌓여지겠다

σωρεύσεσθον

(그 둘은) 쌓여지겠다

복수 σωρευσόμεθα

(우리는) 쌓여지겠다

σωρεύσεσθε

(너희는) 쌓여지겠다

σωρεύσονται

(그들은) 쌓여지겠다

기원법단수 σωρευσοίμην

(나는) 쌓여지겠기를 (바라다)

σωρεύσοιο

(너는) 쌓여지겠기를 (바라다)

σωρεύσοιτο

(그는) 쌓여지겠기를 (바라다)

쌍수 σωρεύσοισθον

(너희 둘은) 쌓여지겠기를 (바라다)

σωρευσοίσθην

(그 둘은) 쌓여지겠기를 (바라다)

복수 σωρευσοίμεθα

(우리는) 쌓여지겠기를 (바라다)

σωρεύσοισθε

(너희는) 쌓여지겠기를 (바라다)

σωρεύσοιντο

(그들은) 쌓여지겠기를 (바라다)

부정사 σωρεύσεσθαι

쌓여질 것

분사 남성여성중성
σωρευσομενος

σωρευσομενου

σωρευσομενη

σωρευσομενης

σωρευσομενον

σωρευσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσώρευον

(나는) 쌓고 있었다

ἐσώρευες

(너는) 쌓고 있었다

ἐσώρευεν*

(그는) 쌓고 있었다

쌍수 ἐσωρεύετον

(너희 둘은) 쌓고 있었다

ἐσωρευέτην

(그 둘은) 쌓고 있었다

복수 ἐσωρεύομεν

(우리는) 쌓고 있었다

ἐσωρεύετε

(너희는) 쌓고 있었다

ἐσώρευον

(그들은) 쌓고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσωρευόμην

(나는) 쌓여지고 있었다

ἐσωρεύου

(너는) 쌓여지고 있었다

ἐσωρεύετο

(그는) 쌓여지고 있었다

쌍수 ἐσωρεύεσθον

(너희 둘은) 쌓여지고 있었다

ἐσωρευέσθην

(그 둘은) 쌓여지고 있었다

복수 ἐσωρευόμεθα

(우리는) 쌓여지고 있었다

ἐσωρεύεσθε

(너희는) 쌓여지고 있었다

ἐσωρεύοντο

(그들은) 쌓여지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τοῦτο γὰρ ποιῶν ἄνθρακασ πυρὸσ σωρεύσεισ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ὁ δὲ Κύριοσ ἀνταποδώσει σοι ἀγαθά. (Septuagint, Liber Proverbiorum 25:24)

    (70인역 성경, 잠언 25:24)

  • τοὺσ μὲν γὰρ παραγεγονότασ τῷ ἔργῳ λέγουσι μήτε θώρακα θέσθαι μήτε ἵππον ἐκχαλινῶσαι μήτε τραῦμα δήσασθαι πρότερον, ὡσ ἐπύθοντο τὴν ἐκείνου τελευτήν, ἀλλὰ μετὰ τῶν ὅπλων θερμοὺσ ἰόντασ ἐπὶ τὸν νεκρόν ὥσπερ αἰσθανόμενον, τὰ τῶν πολεμίων κύκλῳ περὶ τὸ σῶμα σωρεύειν λάφυρα, κεῖραι δὲ ἵππουσ, κείρασθαι δὲ καὶ αὐτούσ. (Plutarch, Pelopidas, chapter 33 2:1)

    (플루타르코스, Pelopidas, chapter 33 2:1)

  • ἅπαντεσ γάρ, ὅταν ὑπάρχῃ τι, πρὸσ τοῦτο σωρεύειν εἰώθασιν, ἡ δ’ εὐγένεια ἐντιμότησ προγόνων ἐστίν. (Aristotle, Rhetoric, Book 2, chapter 15 2:2)

    (아리스토텔레스, 수사학, Book 2, chapter 15 2:2)

  • εἰ δέ τισ ἐν ψήφοισ κατατήκεται, ἄλλον ἐπ’ ἄλλῳ σωρεύειν αἰεὶ πλοῦτον ἐπειγόμενοσ, οὗτοσ ὁποῖα μέλισσα πολυτρήτοισ ἐνὶ σίμβλοισ μοχθήσει, ἑτέρων δρεπτομένων τὸ μέλι. (Unknown, Greek Anthology, Volume IV, book 10, chapter 41 1:1)

    (작자 미상, Greek Anthology, Volume IV, book 10, chapter 41 1:1)

  • ἄλλουσ δὲ ἀπλήστουσ τε καὶ ἀθλίουσ ὄντασ, φοβουμένουσ μήποτε αὐτοῖσ ἐλλίπῃ, πρὸσ αὑτοὺσ συνάγειν καὶ σωρεύειν ὅσ̓ ἂν δύνωνται. (Dio, Chrysostom, Orationes, 56:1)

    (디오, 크리소토모스, 연설 (2), 56:1)

유의어

  1. 쌓다

  2. ~으로 쌓다

파생어

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION