Ancient Greek-English Dictionary Language

συμπεραίνω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: συμπεραίνω συμπερανῶ

Structure: συμ (Prefix) + περαίν (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to join or assist in accomplishing, to join fully in, with
  2. to decide or conclude absolutely, to make, doubly sure, to be quite finished

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συμπεραίνω συμπεραίνεις συμπεραίνει
Dual συμπεραίνετον συμπεραίνετον
Plural συμπεραίνομεν συμπεραίνετε συμπεραίνουσιν*
SubjunctiveSingular συμπεραίνω συμπεραίνῃς συμπεραίνῃ
Dual συμπεραίνητον συμπεραίνητον
Plural συμπεραίνωμεν συμπεραίνητε συμπεραίνωσιν*
OptativeSingular συμπεραίνοιμι συμπεραίνοις συμπεραίνοι
Dual συμπεραίνοιτον συμπεραινοίτην
Plural συμπεραίνοιμεν συμπεραίνοιτε συμπεραίνοιεν
ImperativeSingular συμπέραινε συμπεραινέτω
Dual συμπεραίνετον συμπεραινέτων
Plural συμπεραίνετε συμπεραινόντων, συμπεραινέτωσαν
Infinitive συμπεραίνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
συμπεραινων συμπεραινοντος συμπεραινουσα συμπεραινουσης συμπεραινον συμπεραινοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συμπεραίνομαι συμπεραίνει, συμπεραίνῃ συμπεραίνεται
Dual συμπεραίνεσθον συμπεραίνεσθον
Plural συμπεραινόμεθα συμπεραίνεσθε συμπεραίνονται
SubjunctiveSingular συμπεραίνωμαι συμπεραίνῃ συμπεραίνηται
Dual συμπεραίνησθον συμπεραίνησθον
Plural συμπεραινώμεθα συμπεραίνησθε συμπεραίνωνται
OptativeSingular συμπεραινοίμην συμπεραίνοιο συμπεραίνοιτο
Dual συμπεραίνοισθον συμπεραινοίσθην
Plural συμπεραινοίμεθα συμπεραίνοισθε συμπεραίνοιντο
ImperativeSingular συμπεραίνου συμπεραινέσθω
Dual συμπεραίνεσθον συμπεραινέσθων
Plural συμπεραίνεσθε συμπεραινέσθων, συμπεραινέσθωσαν
Infinitive συμπεραίνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συμπεραινομενος συμπεραινομενου συμπεραινομενη συμπεραινομενης συμπεραινομενον συμπεραινομενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συμπερανῶ συμπερανεῖς συμπερανεῖ
Dual συμπερανεῖτον συμπερανεῖτον
Plural συμπερανοῦμεν συμπερανεῖτε συμπερανοῦσιν*
OptativeSingular συμπερανοῖμι συμπερανοῖς συμπερανοῖ
Dual συμπερανοῖτον συμπερανοίτην
Plural συμπερανοῖμεν συμπερανοῖτε συμπερανοῖεν
Infinitive συμπερανεῖν
Participle MasculineFeminineNeuter
συμπερανων συμπερανουντος συμπερανουσα συμπερανουσης συμπερανουν συμπερανουντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συμπερανοῦμαι συμπερανεῖ, συμπερανῇ συμπερανεῖται
Dual συμπερανεῖσθον συμπερανεῖσθον
Plural συμπερανούμεθα συμπερανεῖσθε συμπερανοῦνται
OptativeSingular συμπερανοίμην συμπερανοῖο συμπερανοῖτο
Dual συμπερανοῖσθον συμπερανοίσθην
Plural συμπερανοίμεθα συμπερανοῖσθε συμπερανοῖντο
Infinitive συμπερανεῖσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συμπερανουμενος συμπερανουμενου συμπερανουμενη συμπερανουμενης συμπερανουμενον συμπερανουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • καὶ συμπεραινομένου, ἐὰν ἐρώτημα ποιῇ τὸ συμπέρασμα, τὴν αἰτίαν εἰπεῖν, οἱο͂ν Σοφοκλῆσ, ἐρωτώμενοσ ὑπὸ Πεισάνδρου εἰ ἔδοξεν αὐτῷ, ὥσπερ καὶ τοῖσ ἄλλοισ προβούλοισ, καταστῆσαι τοὺσ τετρακοσίουσ, ἔφη "τί δέ; (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 18 6:1)

Synonyms

  1. to join or assist in accomplishing

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION