헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συμμελετάω

α 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συμμελετάω συμμελετήσω

형태분석: συμ (접두사) + μελετά (어간) + ω (인칭어미)

  1. to exercise or practise with or together

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμμελέτω

συμμελέτᾳς

συμμελέτᾳ

쌍수 συμμελέτᾱτον

συμμελέτᾱτον

복수 συμμελέτωμεν

συμμελέτᾱτε

συμμελέτωσιν*

접속법단수 συμμελέτω

συμμελέτῃς

συμμελέτῃ

쌍수 συμμελέτητον

συμμελέτητον

복수 συμμελέτωμεν

συμμελέτητε

συμμελέτωσιν*

기원법단수 συμμελέτῳμι

συμμελέτῳς

συμμελέτῳ

쌍수 συμμελέτῳτον

συμμελετῷτην

복수 συμμελέτῳμεν

συμμελέτῳτε

συμμελέτῳεν

명령법단수 συμμελε͂τᾱ

συμμελετᾶτω

쌍수 συμμελέτᾱτον

συμμελετᾶτων

복수 συμμελέτᾱτε

συμμελετῶντων, συμμελετᾶτωσαν

부정사 συμμελέτᾱν

분사 남성여성중성
συμμελετων

συμμελετωντος

συμμελετωσα

συμμελετωσης

συμμελετων

συμμελετωντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμμελέτωμαι

συμμελέτᾳ

συμμελέτᾱται

쌍수 συμμελέτᾱσθον

συμμελέτᾱσθον

복수 συμμελετῶμεθα

συμμελέτᾱσθε

συμμελέτωνται

접속법단수 συμμελέτωμαι

συμμελέτῃ

συμμελέτηται

쌍수 συμμελέτησθον

συμμελέτησθον

복수 συμμελετώμεθα

συμμελέτησθε

συμμελέτωνται

기원법단수 συμμελετῷμην

συμμελέτῳο

συμμελέτῳτο

쌍수 συμμελέτῳσθον

συμμελετῷσθην

복수 συμμελετῷμεθα

συμμελέτῳσθε

συμμελέτῳντο

명령법단수 συμμελέτω

συμμελετᾶσθω

쌍수 συμμελέτᾱσθον

συμμελετᾶσθων

복수 συμμελέτᾱσθε

συμμελετᾶσθων, συμμελετᾶσθωσαν

부정사 συμμελέτᾱσθαι

분사 남성여성중성
συμμελετωμενος

συμμελετωμενου

συμμελετωμενη

συμμελετωμενης

συμμελετωμενον

συμμελετωμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πρῶτον συμμελετᾶν ἢ μελετᾷν μαθέτω. (Unknown, Greek Anthology, Volume IV, book 12, chapter 206 1:2)

    (작자 미상, Greek Anthology, Volume IV, book 12, chapter 206 1:2)

유의어

  1. to exercise or practise with or together

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION