헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συμφυτεύω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συμφυτεύω συμφυτεύσω

형태분석: συμ (접두사) + φυτεύ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to plant along with or together, to have a hand in contriving, to be implanted also

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμφυτεύω

συμφυτεύεις

συμφυτεύει

쌍수 συμφυτεύετον

συμφυτεύετον

복수 συμφυτεύομεν

συμφυτεύετε

συμφυτεύουσιν*

접속법단수 συμφυτεύω

συμφυτεύῃς

συμφυτεύῃ

쌍수 συμφυτεύητον

συμφυτεύητον

복수 συμφυτεύωμεν

συμφυτεύητε

συμφυτεύωσιν*

기원법단수 συμφυτεύοιμι

συμφυτεύοις

συμφυτεύοι

쌍수 συμφυτεύοιτον

συμφυτευοίτην

복수 συμφυτεύοιμεν

συμφυτεύοιτε

συμφυτεύοιεν

명령법단수 συμφύτευε

συμφυτευέτω

쌍수 συμφυτεύετον

συμφυτευέτων

복수 συμφυτεύετε

συμφυτευόντων, συμφυτευέτωσαν

부정사 συμφυτεύειν

분사 남성여성중성
συμφυτευων

συμφυτευοντος

συμφυτευουσα

συμφυτευουσης

συμφυτευον

συμφυτευοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμφυτεύομαι

συμφυτεύει, συμφυτεύῃ

συμφυτεύεται

쌍수 συμφυτεύεσθον

συμφυτεύεσθον

복수 συμφυτευόμεθα

συμφυτεύεσθε

συμφυτεύονται

접속법단수 συμφυτεύωμαι

συμφυτεύῃ

συμφυτεύηται

쌍수 συμφυτεύησθον

συμφυτεύησθον

복수 συμφυτευώμεθα

συμφυτεύησθε

συμφυτεύωνται

기원법단수 συμφυτευοίμην

συμφυτεύοιο

συμφυτεύοιτο

쌍수 συμφυτεύοισθον

συμφυτευοίσθην

복수 συμφυτευοίμεθα

συμφυτεύοισθε

συμφυτεύοιντο

명령법단수 συμφυτεύου

συμφυτευέσθω

쌍수 συμφυτεύεσθον

συμφυτευέσθων

복수 συμφυτεύεσθε

συμφυτευέσθων, συμφυτευέσθωσαν

부정사 συμφυτεύεσθαι

분사 남성여성중성
συμφυτευομενος

συμφυτευομενου

συμφυτευομενη

συμφυτευομενης

συμφυτευομενον

συμφυτευομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION