헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συμφροντίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συμφροντίζω συμφροντίσω

형태분석: συμ (접두사) + φροντίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to have a joint care for

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμφροντίζω

συμφροντίζεις

συμφροντίζει

쌍수 συμφροντίζετον

συμφροντίζετον

복수 συμφροντίζομεν

συμφροντίζετε

συμφροντίζουσιν*

접속법단수 συμφροντίζω

συμφροντίζῃς

συμφροντίζῃ

쌍수 συμφροντίζητον

συμφροντίζητον

복수 συμφροντίζωμεν

συμφροντίζητε

συμφροντίζωσιν*

기원법단수 συμφροντίζοιμι

συμφροντίζοις

συμφροντίζοι

쌍수 συμφροντίζοιτον

συμφροντιζοίτην

복수 συμφροντίζοιμεν

συμφροντίζοιτε

συμφροντίζοιεν

명령법단수 συμφρόντιζε

συμφροντιζέτω

쌍수 συμφροντίζετον

συμφροντιζέτων

복수 συμφροντίζετε

συμφροντιζόντων, συμφροντιζέτωσαν

부정사 συμφροντίζειν

분사 남성여성중성
συμφροντιζων

συμφροντιζοντος

συμφροντιζουσα

συμφροντιζουσης

συμφροντιζον

συμφροντιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμφροντίζομαι

συμφροντίζει, συμφροντίζῃ

συμφροντίζεται

쌍수 συμφροντίζεσθον

συμφροντίζεσθον

복수 συμφροντιζόμεθα

συμφροντίζεσθε

συμφροντίζονται

접속법단수 συμφροντίζωμαι

συμφροντίζῃ

συμφροντίζηται

쌍수 συμφροντίζησθον

συμφροντίζησθον

복수 συμφροντιζώμεθα

συμφροντίζησθε

συμφροντίζωνται

기원법단수 συμφροντιζοίμην

συμφροντίζοιο

συμφροντίζοιτο

쌍수 συμφροντίζοισθον

συμφροντιζοίσθην

복수 συμφροντιζοίμεθα

συμφροντίζοισθε

συμφροντίζοιντο

명령법단수 συμφροντίζου

συμφροντιζέσθω

쌍수 συμφροντίζεσθον

συμφροντιζέσθων

복수 συμφροντίζεσθε

συμφροντιζέσθων, συμφροντιζέσθωσαν

부정사 συμφροντίζεσθαι

분사 남성여성중성
συμφροντιζομενος

συμφροντιζομενου

συμφροντιζομενη

συμφροντιζομενης

συμφροντιζομενον

συμφροντιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to have a joint care for

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION